Η ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ

Υπάρχει ένας ακριβής μηχανισμός, μέσω του οποίου μπορούν να εκδηλωθούν όλες οι επιθυμίες.
Είναι τέσσερα βήματα και έχουν ως εξής:
ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ
Γλιστράτε στο κενό ανάμεσα των σκέψεών σας. Το κενό αυτό είναι το παράθυρο, ο διάδρομος, ο μετασχηματιστικός
στρόβιλος μέσω του οποίου η προσωπική ψυχή επικοινωνεί με την κοσμική ψυχή.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΗΜΑ
Θέτετε τη σαφή πρόθεση ενός ξεκάθαρου στόχου μέσα στο κενό.
ΤΡΙΤΟ ΒΗΜΑ
Εγκαταλείπετε την προσκόλλησή σας στο αποτέλεσμα, επειδή το κυνήγι του αποτελέσματος ή η προσκόλληση σ' αυτό συνεπάγεται και την έξοδο από το κενό.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΒΗΜΑ
Αφήνετε το σύμπαν να χειριστεί τις λεπτομέρειες.

Είναι σημαντικό να έχετε την επίγνωση ενός ξεκάθαρου στόχου, αλλά και να παραιτείστε από την προσκόλλησή σας στον στόχο. Και ο στόχος βρίσκεται στο κενό και το κενό είναι το δυναμικό που οργανώνει και ενορχηστρώνει τις λεπτομέρειες που απαιτούνται για να επηρεάσουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα.
Creating Affluence, D.Chopra  

Ο ΚΑΚΟΣ ΛΥΚΟΣ (και το καλό πρόβατο)

Η σκέψη του μέσου ανθρώπου ταλαντεύεται πάντα ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα. Τα πράγματα πρέπει να είναι είτε άσπρα, είτε μαύρα λες κι έχουν εξαφανιστεί από το φάσμα του οπτικού μας πεδίου όλες οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρι. Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με την ψυχιατρική γνωρίζει καλά ότι η διπολικότητα μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Δυστυχώς όμως όλοι μας (παρ’ ότι δεν είμαστε βέβαια ψυχωτικοί) εκπαιδευόμαστε από μικροί να λειτουργούμε κάνοντας τραμπάλα ανάμεσα σε δυο αντίθετες θέσεις. Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης των καταστάσεων «στεγνώνει» τη ζωή μας. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πλούσια και πολύ πιο σύνθετη από δύο σκέτα check boxes: Yes – No. Όπως λέει κι ένας φίλος, ποιος ο λόγος να επιμένουμε να ρωτάμε πάντα αν ένα ποτήρι με νερό μέχρι τη μέση είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο? Δεν είναι τίποτα από τα δύο. Είναι ακριβώς μισό ποτήρι νερό!

Γιατί να υπάρχει όμως αυτή η διπολική μορφή σκέψης στην κοινωνία μας? Θα σας πω μια ιδέα που γυροφέρνει στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό. Νομίζω πως όλα ξεκινούν από ένα συγκεκριμένο ζευγάρι αντιθέτων: το «Καλό» και το «Κακό». Επί αιώνες, τα εκπαιδευτικά συστήματα της Δύσης έχουν έναν ορισμένο προσανατολισμό. Η προτεσταντική ηθική και κοσμοαντίληψη – ας μην το κρύβουμε – έχει καθορίσει την ανατροφή πολλών γενεών. Οι άνθρωποι υπό το βάρος των επιταγών αυτής της ηθικής προσπαθούν απεγνωσμένα να εξοβελίσουν το κακό από μέσα τους. Ταυτόχρονα, η θεώρηση του καλού και του κακού προκαλεί βαθύτατο φόβο, που εύκολα θολώνει συγκινησιακά τη νόηση και την ικανότητα της γνώσης. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στα συστήματα γνώσεις του υπόλοιπου πλανήτη.

Το Σαντοκάι, ένα από τα βασικότερα κείμενα του Ζεν, αναφέρει:

Φως και Σκότος
Βρίσκονται αντιμέτωπα.
Αλλά το ένα
Εξαρτάται από το άλλο
Όπως το βήμα του δεξιού ποδιού
Από εκείνο του αριστερού

Αυτό σημαίνει ότι στο επίπεδο που βρίσκεται η ανθρωπότητα αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατή η εξάλειψη του κακού. Η παρουσία του φαίνεται να είναι απαραίτητη για την ύπαρξη του καλού. Η Δύση προσελκύεται τόσο πολύ από μια επιφανειακή λογική, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ότι ο ευγενής στόχος της αποτυγχάνει, γιατί το κακό δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Σύμφωνα με το νόμο της πολικότητας συμπεραίνουμε ότι το καλό και το κακό είναι οι δυο όψεις μιας και μόνης ενότητας κι επομένως εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Όποιος εσκεμμένα εκτρέφει το καλό, κάνει ασυνείδητα το ίδιο και για το κακό. Γνωρίζω ότι αυτή η φράση ακούγεται εκ πρώτης όψεως τρομακτική, αλλά ας την αντιμετωπίσουμε.

Ο Νίτσε στην «Αυγή» του, σε ένα χωρίο με τίτλο: οι αρνητές της ηθικότητας, υποστηρίζει ότι οι ηθικές κρίσεις δεν στηρίζονται σε αλήθειες!

Δε χρειάζεται άλλωστε να είναι κανείς σοφός για να αντιληφθεί ότι κάτι που θεωρείται ηθικό και αποδεκτό σε μια κοινωνία, μπορεί να είναι απαράδεκτο σε κάποια άλλη.

Ο Αδάμ –θυμηθείτε– πριν φάει από το δένδρο της γνώσης δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Ο πρώτος μακάριος άνθρωπος δεν είχε μπει τον κόσμο των αντιθέτων. Ζούσε σε άλλο επίπεδο, όπου καλό και κακό δεν είχαν νόημα.

Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω ένα πεζό παράδειγμα: εάν δώσουμε ένα κουτί σπίρτα σε ένα παιδί ποτέ δεν θα μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα συμβεί κάποιο ατύχημα. Ακόμη κι αν προσπαθήσουμε να του επιβάλουμε μια σκληρή απαγόρευση δεν θα είμαστε ήσυχοι. Το παιδί ωθούμενο από μια πανίσχυρη φυσική περιέργεια και έχοντας άγνοια των κινδύνων είναι πιθανόν να βάλει φωτιά. Δεν συνειδητοποιεί ότι αυτό είναι «κακό». Κατά συνέπεια δεν μπορούμε και να κατηγορήσουμε το παιδί για κακία. Ωστόσο το κακό έχει λάβει χώρα. Εάν αντίθετα δώσουμε τα ίδια σπίρτα σε έναν ενήλικα δεν χρειάζεται καν να τον προειδοποιήσουμε. Αυτός ξέρει από μόνος του την ουσία των σπίρτων, την αξία τους, τη λειτουργία τους και την προσοχή που απαιτείται κατά τη χρήση τους.

Για το παιδί λοιπόν υπάρχει σωστό και λάθος (όσον αφορά στα σπίρτα πάντα). Εάν κάνει ότι του λέμε είναι καλό παιδί, εάν μας παρακούσει είναι κακό. Για τον ενήλικα όμως που στέκεται σε ένα άλλο επίπεδο (ο προπτωτικός Αδάμ για το παράδειγμά μας) δεν έχει καν νόημα η χρήση των λέξεων καλό και κακό σε σχέση με ένα κουτί σπίρτα.

Περαιτέρω, εάν παρατηρήσουμε τον εαυτό μας με περισσό θάρρος και κοφτερή ματιά, θα αντιληφθούμε ότι όταν κάνουμε μια καλή πράξη δεν είναι απαραίτητα καλό και το κίνητρό μας. Μπορεί για παράδειγμα, να βοηθήσω έναν συνάνθρωπό μου που έχει ανάγκη, αλλά σε ασυνείδητο επίπεδο αυτό να το έκανα επειδή θέλω να είμαι αποδεκτός, αγαπητός και να με θαυμάζουν. Το καλό και το κακό είναι τόσο μπλεγμένα μέσα στον άνθρωπο που δεν είναι εύκολο να τα αναγνωρίσουμε.

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, ο Ιησούς εκφωνεί τη μυστηριώδη ρήση: «Να είστε είτε καλοί είτε κακοί. Τους χλιαρούς θα τους ξεράσω από το στόμα μου». Η φράση αυτή γίνεται ίσως πιο κατανοητή υπό το πρίσμα των όσων συζητούμε εδώ. Γιατί ο Ιησούς γνώριζε ότι στο παρόν επίπεδο ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Αυτό που μας ζητά να αποφύγουμε είναι τη χλιαρότητα, δηλαδή τη μη εμπλοκή, την αδιαφορία! Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν με περιφρόνηση «ιδιώτη» (πρβ, idiot), αυτόν που έβγαζε την ουρά του απ’ έξω και δεν ελάμβανε μέρος στα κοινά! Η ουσία του ανθρωπίνου όντος είναι οι διαρκείς επιλογές. Πρέπει να επιλέγουμε διαρκώς. Να μην μένουμε αμέτοχοι μπροστά στα διλλήματα που μας φέρνει η ζωή. Και μάλιστα πρέπει την ώρα της επιλογής μας να έχουμε συναίσθηση τόσο του καλού όσο και του κακού που εμπεριέχει η απόφασή μας.

Η μελέτη και η παρατήρηση των φαινομένων είναι πιστεύω το πρώτο βήμα της κατανόησης. «Κοιτάζω» είναι η μεγάλη μαγική λέξη στην πορεία της αυτογνωσίας. Ο Σωκράτης με την επιταγή του «Γνώθι Σ’ αυτόν» ήταν σοφότερος ημών. Η παρατήρηση μετατρέπει την ποιότητα του αντικειμένου που κοιτάζουμε, γιατί εισάγει φως, δηλαδή συνείδηση, στο σκοτάδι. Αυτό που έχει σημασία σε τελική ανάλυση δεν είναι το Τί κάνουμε, αλλά το Πώς το κάνουμε! Δρούμε συνειδητά ή απλά παρασυρόμαστε από το κύμα? Είναι προτιμότερο να επιλέξω συνειδητά το κακό, παρά να κάνω ασυνείδητα το καλό. Ας πάψουμε επιτέλους να φοβόμαστε το συγκρουσιακό χαρακτήρα της ύπαρξής μας. Παρακαλώ μην με παρανοήσετε. Δεν προτείνω την ανηθικότητα! Δεν δίνω άλλοθι για τις κατεργαριές μας! Προτείνω όμως να αφήσουμε στην άκρη την συνεχή κριτική. Προτείνω να ξεκολλήσουμε από τη διελκυστίνδα ανάμεσα στο μαύρο και στο άσπρο και να παρατηρήσουμε με θάρρος τον εαυτό μας και τις πράξεις μας. Μόνο όταν θα καταστούμε συνειδητοί θα έχει πραγματική αξία η επιλογή του καλού.
                                                                 Νίκος Σπανός
                                                                 http://analysisynthesisyouhelpgr.blogspot.gr

Παραιτήσου από το παίξιμο ρόλων

Το να κάνεις οτιδήποτε που απαιτείται από σένα σε κάθε κατάσταση χωρίς να γίνεται ρόλος με τον οποίο ταυτίζεσαι είναι ένα ουσιαστικό μάθημα στην τέχνη της ζωής που ο καθένας μας είναι εδώ για να μάθει. Γίνεσαι εξαιρετικά ισχυρός σε ότι κάνεις αν η πράξη εκτελείται για την ίδια την πράξη αντί να χρησιμοποιείται ως μέσο για να προστατέψεις, να εξυψώσεις την ταυτότητα του ρόλου σου ή να συμμορφωθείς μ' αυτήν.
Κάθε ρόλος είναι μια πλασματική αίσθηση εαυτού και μέσα απ' αυτόν όλα προσωποποιούνται κι έτσι διαφθείρονται και διαστρεβλώνονται από το νοογενές "μικρό εγώ" και όποιο ρόλο τυχαίνει να παίζει. ...........
Σ' έναν κόσμο προσωπικοτήτων που παίζουν ρόλους, οι ελάχιστοι άνθρωποι που δεν προβάλλουν μια νοογενή εικόνα, αλλά λειτουργούν από το βαθύτερο πυρήνα της Ύπαρξής τους, εκείνοι που δεν επιχειρούν να φανούν σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, αλλά είναι απλώς ο εαυτός τους, ξεχωρίζουν ως αξιοσημείωτοι και είναι οι μόνοι που φέρνουν αληθινά κάποια αλλαγή στον κόσμο. ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΟΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ. Ό, τι κάνουν αποκτά δύναμη επειδή είναι ευθυγραμμισμένο με το σκοπό του όλου.....Η παρουσία τους και μόνο, -απλή, φυσική, ανεπιτήδευτη- έχει μεταμορφωτική επίδραση σ΄ όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους.
Όταν δεν παίζεις ρόλους, σημαίνει ότι δεν υπάρχει εαυτός (εγώ) σ΄αυτό που κάνεις. Δεν υπάρχει δευτερεύων σκοπός: προστασία ή ισχυροποίηση του εαυτού σου. Ως αποτέλεσμα, οι πράξεις σου έχουν πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Είσαι ολοκληρωτικά εστιασμένος στην κατάσταση. Γίνεσαι ένα μ΄αυτήν. Δεν προσπαθείς να είσαι συγκεκριμένα κάποιος. Είσαι ισχυρότατος, αποτελεσματικότατος όταν είσαι ολότελα ο εαυτός σου. Αλλά μην προσπαθείς να είσαι ο εαυτός σου. Αυτό είναι ένας άλλος ρόλος. Ονομάζεται "φυσικός, αυθόρμητος εαυτός μου". Μόλις αρχίζεις να προσπαθείς να είσαι τούτο ή εκείνο, παίζεις ένα ρόλο. "Να είσαι ο εαυτός σου" είναι μια καλή συμβουλή, αλλά μπορεί επίσης και να είναι παραπλανητική. Θα μπει ο νους στη μέση και θα πει: "Για να δούμε, πώς μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;" Έπειτα ο νους θα αναπτύξει θα αναπτύξει κάποιο είδος στρατηγικής: "Πώς να είμαι ο εαυτός μου". Άλλος ένας ρόλος. Το "Πώς μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;" είναι στην πραγματικότητα μια λανθασμένη ερώτηση. Υποδηλώνει ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να είσαι ο εαυτός σου. Όμως το "πώς" δεν έχει θέση εδώ, επειδή είσαι ήδη ο εαυτός σου. Πάψε απλώς να προσθέτεις αποσκευές στο ποιός είσαι ήδη. "Μα δεν ξέρω ποιός είμαι. Δεν ξέρω τι σημαίνει να είμαι ο εαυτός μου". Αν μπορείς να νιώθεις απόλυτα άνετα με το να μην ξέρεις ποιός είσαι, τότε αυτό που απομένει είναι αυτός που είσαι -η Ύπαρξη πίσω από το ανθρώπινο, ένα πεδίο καθαρής δυνατότητας μάλλον, παρά κάτι που είναι ήδη προσδιορισμένο.
Παραιτήσου από το να αυτοπροσδιορίζεσαι -ή να προσδιορίζεις τον εαυτό σου στους άλλους. Δε θα πεθάνεις.
Θα ζωντανέψεις. Και μη νοιάζεσαι για το πώς σε προσδιορίζουν οι άλλοι. Όταν σε προσδιορίζουν, περιορίζουν τον εαυτό τους, επομένως είναι δικό τους πρόβλημα. Όποτε συναλλάσσεσαι με ανθρώπους, μην είσαι εκεί ως λειτουργία ή ρόλος, αλλά ως πεδίο συνειδητής Παρουσίας.
Γιατί παίζει ρόλους το Εγώ; Εξαιτίας μιας ανεξέταστης παραδοχής, ενός θεμελιώδους λάθους, μιας ασυνείδητης σκέψης. Αυτή η σκέψη είναι: Δεν είμαι αρκετός. Ακολουθούν άλλες ασυνείδητες σκέψεις: 
-Χρειάζεται να παίζω ένα ρόλο προκειμένου να εξασφαλίσω ό,τι χρειαζεται για να είμαι πλήρως ο εαυτός μου.
-Χρειάζεται να αποκτήσω περισσότερα έτσι ώστε να μπορώ να είμαι κάτι περισσότερο.
Όμως δεν μπορείς να είσαι περισσότερος απ' ότι είσαι, επειδή κάτω από τη σωματική και ψυχολογική μορφή σου είσαι ένα με την ίδια τη Ζωή, ένα με την Ύπαρξη.
                                                            ECKHART TOLLE

Ερωτευόμαστε πάντα όπως πεινούσαμε σαν βρέφη.

     
Αφὴ και στέρηση του μητρικού σώματος: διαλεκτικὴ της ζωής ή της απώλειας, του όλα ή τίποτα. Όταν παίρνει τροφὴ απὸ το κορμὶ της μητέρας, το βρέφος τα έχει όλα, έχει την αμεσότητα της σχέσης που είναι ζωή. 

Αντίθετα, το κλάμα της πείνας είναι κραυγὴ απόγνωσης απὸ μιαν ύπαρξη που νιώθει να χάνεται. Χάνει την αφὴ της ζωής, κραυγάζει τή γεύση του άσχετου, το τίποτα. Η σχέση με τη μάνα είναι ερωτική, γιατὶ είναι ζωτική. Λήψη τροφής, δυνατότητα ζωής, δυναμικὴ πληρότητα σχέσης. Και σε αυτὴ τη δυναμικὴ σκοπεύει τελικὰ κάθε έρωτας.
 Ζωτικὴ σχέση μὲ τὸν αντι-κείμενο κόσμο. Αφὴ του σώματος ποὺ συνιστά ζωὴ καὶ αναιρεί τον θάνατο, τα χαρίζει όλα και αποτρέπει το τίποτα. Δυναμικὴ της ζωής και δεν οριοθετείται από μόνη την ηδονὴ της τροφής -η ερωτικὴ εμπειρία του βρέφους δὲν τελειώνει εκεί...

Συγχώρεση και θεραπεία

"...δυο λόγια για τη "συγχώρεση". Όταν νιώθουμε πληγωμένοι, η συγχώρεση είναι αναμφίβολα από τους πιο ισχυρούς παράγοντες της θεραπείας. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο για πολλούς λόγους. Γενικά θα ήμασταν έτοιμοι να συγχωρέσουμε και να ξεχάσουμε τη πληγή, αρκεί κι ο άλλος να επανορθώσει, αλλά δυστυχώς, σπάνια εκείνος που μας πλήγωσε θα έρθει να μας ζητήσει συγνώμη. Αυτό μας κάνει να συγκρατούμε τη συγνώμη μας, να τη βάζουμε σε μια κατάσταση αναμονής ή μάλλον ελπίδας... Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, αυτή η συγνώμη δεν βγαίνει αναγκαστικά από τα βάθη της καρδιάς μας: η σκέψη ότι είμαστε πρόθυμοι να συγχωρήσουμε τον άλλο αν αναγνωρίσει το λάθος του, είναι ένας τρόπος να πείσουμε τον εαυτό μας ότι έχουμε δίκιο...

Κανείς δεν "επιλέγει" να είναι άρρωστος.

Ο θυμός εκφράζεται μέσα στο σώμα για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Μέσω της ασθένειας, κατά κάποιον τρόπο, δικαιολογούμε τον εαυτό μας. Επιβεβαιώνουμε ότι έχουμε δίκιο να νιώθουμε τα συναισθήματα αυτά που νιώθουμε, ότι τα συναισθήματα δεν είναι ένα κατασκεύασμα του μυαλού μας, αλλά μια αντικειμενική πραγματικότητα. Μέσω της ασθένειας έχουμε αποδείξεις για την οδύνη μας, χωρίς όμως να έχουμε συνείδηση όλων αυτών. Και το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε, είναι βαρύ. Βάζουμε το σώμα μας να μαρτυρήσει τι νιώθουμε και μέσω του σώματός μας χρησιμοποιούμε σαν μάρτυρες και τους ανθρώπους του περίγυρού μας.... Είμαστε άρρωστοι και οι κοντινοί μας άνθρωποι πρέπει να το "ανεχτούν". Μετατρέποντας την προσωπική μας οδύνη σε σωματική πραγματικότητα αφαιρούμε από τους γύρω μας την δυνατότητα να την αγνοήσουν ή να αποστασιοποιηθούν από αυτήν. Εντούτοις, εμείς πρώτοι από όλους υποφέρουμε και η αδυναμία των άλλων να μας ανακουφίσουν, μας κάνει να νιώθουμε μόνοι. ...Θα θέλαμε να απαλλαγούμε από την ασθένεια που μας προκαλεί τον πόνο, όσο γίνεται πιο γρήγορα. 
Πού να το φανταστούμε ότι, στην πραγματικότητα, μέσω της οδύνης δικαιολογούμαστε για κάτι;....
Μέσα από τις ασθένειες, μιλάμε στον εαυτό μας. Μόνο που λέμε τα πράγματα στον εαυτό μας χωρίς πραγματικά να τα λέμε. Λες και θέλουμε να τα πούμε με τρόπο που να μην τον καταλαβαίνουμε απόλυτα, λες κι αυτή η αμφισημία μας επιτρέπει να διαφυλάξουμε κάτι. Και όλα αυτά βεβαίως συμβαίνουν εν αγνοία μας. Κανείς δεν "επιλέγει" να είναι άρρωστος.

                                         PH. DRANSART

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ

Ερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε. Η Γνώση κάθε νέου ανθρώπου από τη στιγμή που γεννιέται, προέρχεται από όλα αυτά που του μεταφέρουν οι προηγούμενοι. Κάθε παιδί γεννιέται σε έναν κόσμο μεγάλων. Από την πρώτη μέρα του, αρχίζει να εκπαιδεύεται σε ένα οργανωμένο κόσμο που ήδη έχουν φτιάξει κάποιοι άνθρωποι (η απάνθρωποι) πριν από αυτόν. 

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: Πώς γνωρίζει ότι όλα αυτά στα οποία τον εκπαιδεύουν είναι προς όφελος του;… Τώρα θα μου πείτε: «αφού το παιδί είναι απόγονος, και, σαν απόγονος, τον εκπαιδεύω σε αυτά που μου έμαθαν οι πρόγονοι, αφού κι εγώ είμαι απόγονος…» Σωστά, αυτά που μας έμαθαν, όμως άλλο είναι...

το εσωτερικό νόημα της αρχαίας τέχνης της αλχημείας

...Η ενισχυμένη συνειδητή προσοχή κόβει τη σύνδεση ανάμεσα στο  πόνο-σώμα (pain-body, ένα δευτερεύον σώμα δημιουργημένο από τον πόνο, που κουβαλάει τον πόνο, τρέφεται και ζει από αυτόν και τον διαιωνίζει) και στις διαδικασίες της σκέψης σου και προκαλεί τη μεταστοιχείωση. Είναι σαν να γίνεται ο πόνος καύσιμο για τη φλόγα της συνειδητότητάς σου, κι εκείνη τότε καίει με μεγαλύτερη λαμπρότητα. Αυτό είναι το εσωτερικό νόημα της αρχαίας τέχνης της αλχημείας: η μεταστοιχείωση ενός μη ευγενούς μετάλλου σε χρυσό, του πόνου σε συνειδητότητα. Το σχίσμα μέσα σου γιατρεύεται και γίνεσαι πάλι ολόκληρος. Η ευθύνη σου στη συνέχεια είναι να μη δημιουργήσεις κι άλλον πόνο....
Ας συνοψίσουμε:
-Εστίασε την προσοχή σου στο συναίσθημα μέσα σου.
-Γνώριζε ότι είναι το πόνο-σώμα.
-Δέξου ότι είναι εκεί.
-Μη  σκέφτεσαι γύρω από αυτό-μην αφήσεις το συναίσθημα να μετατραπεί σε σκέψη.
-Μην κρίνεις και μην αναλύεις
-Μη φτιάξεις μια ταυτότητα για τον εαυτό σου απ' αυτό.
-Μείνε παρών και συνέχισε να είσαι παρατηρητής αυτού που συμβαίνει μέσα σου
-Απόκτησε επίγνωση όχι μόνο του συναισθηματικού πόνου, αλλά κι  ¨εκείνου που παρατηρεί", του σιωπηλού θεατή. Αυτή είναι η δύναμη του Τώρα, η δύναμη της δικιάς σου συνειδητής παρουσίας.
-Έπειτα, δες τι θα συμβεί.
                            ECKHART TOLLE

…Δυο κεφάλαια από το έργο του Κώστα Φωτεινού (Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε ποτέ).

Σαν να είναι αλήθεια
Οδυσσέας – Γέροντας

Ο. – Γέροντα, αφέθηκα σ’ αυτό το δρόμο. Καλά πάω;
Γ. – Οι πατούσες σου το ξέρουν καλύτερα κι από μένα κι από σένα.
Ο. – Αμφιβάλλω αν ξέρω, κι έτσι δεν ξέρω.
Γ. – θέλεις να σου θυμίσω αυτά που ξέρεις, για να λες πως  τάμαθες; Η γνώση εμφανίζεται στη σιωπή. Μη ρωτάς.
Ο. – Ν’ αφεθώ σε σένα, Γέροντα, γιατί φοβάμαι ν’ αφεθώ στο δρόμο;
Γ. – Προχώρα πλάι.
Ο. – Είμαι άπραγος, σαν άνθρωπος.
Γ. – Πες πως είσαι κι έγινες.
Ο. – Αμφιβάλλω αν ξέρω, κι έτσι δεν ξέρω.
Γ. – Βλέπεις τη δύναμή σου; Τόπες κι έγινε.
Ο. – Δεν ξέρω…
Γ. – Όλος ο κόσμος είναι μέσα σου, Οδυσσέα. Και τούτος ο δρόμος που πήρες είναι μέσα σου. τι θέλεις να ξέρεις…
Ο. – Έχω ανάγκη να με μάθεις, σαν να μην ξέρω.
Γ. – Σαν να μην ξέρεις…
Ο. – Σαν να μην ξέρω…
Γ. – Ν’ αφεθείς σε μένα ή στο δρόμο είναι το ίδιο. Μπορείς ν’ αφεθείς και σ’ ένα σκυλί, σ’ ένα δέντρο, ή σε μια πέτρα.
Ο. – Μπορώ να διαλέξω εσένα, Γέροντα;
Γ. – Περιορίζεσαι. Αφού, όμως, είναι με την απόφασή σου, δεν είναι περιορισμός.
Ο. – Να κάνουμε το πρώτο μέρος του δρόμου μαζί… Να με μάθεις… Δέξου, Γέροντά μου, να με μάθεις εσύ…
Γ. – Με τιμά, Οδυσσέα, η ευθύνη που μου δίνεις. Να σου παρουσιάσω όσα ξέρεις, για να τα αναγνωρίσεις, είναι μεγάλο έργο. Είναι πολύ δύσκολο να σε οδηγήσω εκεί που είσαι από πάντα.
Ο. – Σ’ ευχαριστώ που δέχεσαι. Σε κάνω Γέροντά μου. Σου υπόσχομαι τέλεια υπακοή, ως τη μέρα που δεν θα μπορείς να μου πεις τίποτα πια, γιατί θα έχω γίνει εσύ. Τη μέρα που θα σε αναγνωρίσω μέσα μου. Σου υπόσχομαι υποταγή.
Γ. – Θα σε οδηγήσω με ασφάλεια εκεί που θέλεις. Θα σε πάρω από το χέρι, για να μη σε οδηγήσω πουθενά.
Ο. – Έτσι να γίνει, Γέροντα. Να γίνει όμως, σαν να ‘ταν αλήθεια.
Γ. – Σαν νάταν αλήθεια… μα κάνε γρήγορα… δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο…


Γ. – Βλέπεις όλες αυτές τις δοκιμασίες που σε βάζω να περνάς; Κι είμαστε μόνο στην αρχή…
Ο. – Ναι, Γέροντα.
Γ. – Πρόσεξε να μην πιστέψεις σε καμιά. Μη γελαστείς και πιστέψεις. Κι όμως πρέπει να πιστέψεις βαθιά. Μου υποσχέθηκες υποταγή.
Ο. – Ας γίνει το θέλημά σου.
Γ. – Το θέλημά μου είναι το δικό σου θέλημα. Άκουσέ με καλά… Όσο πιο δύσκολες είναι οι δοκιμασίες, τόσο λιγότερο να τις πιστέψεις. Όσο πιο κοντά σε πάνε στο τέλος, τόσο πιο πολύ σε απομακρύνουν. Τρεις φορές θ’ αγναντέψεις την Ιθάκη στην επιστροφή κι όμως, μόνο την τέταρτη θα πατήσεις το χώμα της.
Ο. – Μα τότε… γιατί οι δοκιμασίες;…
Γ. – Η παράδοση, Οδυσσέα. Οφείλουμε σεβασμό στη σοφία της παράδοσης.
Ο. – Πού είναι η σοφία, Γέροντα;
Γ. – Πολύ πιο βαθιά από κει που ψάχνουμε.
Ο. – Μα … οι δοκιμασίες που δεν οδηγούνε πουθενά… Ποια είναι η σοφία τους…
Γ. – Είπες πως είσαι άπραγος κι έγινες. Οι δοκιμασίες που πίστεψες βαθιά και που δεν σε οδήγησαν πουθενά είναι διπλές δοκιμασίες. Είναι οι πιο φοβερές και… οι πιο αποτελεσματικές.
Ο. – Γιατί, Γέροντα;
Γ. – Οδηγούν σίγουρα με την αποτυχία τους.
Ο. – Που οδηγούν;
Γ. – Πουθενά. Σε παίρνουν από το χέρι και σε οδηγούν πουθενά. Οδυσσέα, ξέχασες πως είσαι ήδη εκεί;
Ο. – Είμαι ήδη εκεί, Γέροντα…
Γ. – Βέβαια, Οδυσσέα… είσαι από πάντα στην Ιθάκη.
Ο. – Μα έφυγα. Γέροντα…
Γ. – Δεν έφυγες ποτέ από την Ιθάκη. Μίλησε με τον εαυτό σου, Οδυσσέα… Κοίταξε μέσα σου να δεις πού είσαι… κοίταξε έξω σου να δεις πού είσαι…
Ο. – Δεν καταλαβαίνω πάλι, Γέροντά μου…
Γ. – Οδυσσέα … Οδυσσέα… Δοκιμασία είναι να πρέπει να γυρίσεις στην Ιθάκη…
Ο. – Μα τώρα που ξέρω πως αυτές οι δοκιμασίες δεν οδηγούν πουθενά… Πώς θα με οδηγήσουν;
Γ. – Σούστησα παγίδα, πολύτροπε. Από τώρα, για σένα, η κάθε δοκιμασία έγινε τριπλή. «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη».
Ο. – Πώς; Μπερδεύτηκα.
Γ. – Πες πως είναι κι έγινε.
Ο. – Μάθε με, σαν να μην ξέρω, Γέροντα.
Γ. – Η δοκιμασία που εκτελείς είναι μια. Όταν όμως ξέρεις πως δεν οδηγεί πουθενά κι όμως πρέπει να την εκτελέσεις, είναι δύο. Μα όταν επί πλέον πρέπει να την εκτελέσεις με απόλυτη πίστη είναι τρεις. Θυμήσου, υποσχέθηκες απόλυτη υποταγή.
Ο. – Οι δοκιμασίες πρέπει να εκτελούνται με απόλυτη πίστη. Έτσι θα γίνει, Γέροντα. Αφήνομαι σε σένα.
Γ. – Όλα να γίνονται με απόλυτη βαθιά πίστη, σαν να ήταν αλήθεια στο φυσικό κόσμο.
Ο. – Σαν να είναι αλήθεια, Γέροντα.
Γ. – Μπράβο. Μαθαίνεις καλά, Οδυσσέα. Το «σαν να είναι αλήθεια» το έπαιξες πολύ καλά στην πρώτη μας συνάντηση. Να προσέξεις, όμως να μην το πιστέψεις πολύ.
Ο. – Ότι πεις, Γέροντα…
Γ. – Το «σαν να είναι αλήθεια» είναι η πρώτη σου μεγάλη δοκιμασία. Όσο πιο μεγάλη είναι τόσο λιγότερο να την πιστεύεις.
Ο. – ....
Γ. – Όσο δεν ξέρεις πως είσαι από πάντα στην Ιθάκη, χρειάζονται οι δοκιμασίες. Αυτές που δεν οδηγούν πουθενά. Η παράδοση είναι σοφή, Οδυσσέα…

Οι δρόμοι κι ο δρόμος

Ο. – Ο δρόμος χωρίζει, Γέροντα. Ποιον να πάρουμε;
Γ. – Δεν έχουμε να διαλέξουμε. Νομίζεις πως ο δρόμος οδηγεί;
Ο. – Να πάρω το δρόμο της αρετής ή το δρόμο της κακίας;
Γ. – Αφού είμαστε ήδη από πάντα εκεί. Το ίδιο εσύ όσο κι εγώ.
Ο. – Ας κάνουμε πως διαλέγουμε, Γέροντα.
Γ. – Ας κάνουμε, σαν νάταν ο δρόμος αυτός που θα μας οδηγήσει. Αυτός που πάει με τα πόδια.
Ο. – Μα τότε γίνεται σημαντικό το να διαλέξουμε. Και μάλιστα να διαλέξουμε σωστά.
Γ. – Αν πεις πως είναι σημαντικό θα γίνει. Αν πεις πως είναι και δύσκολο θα γίνει κι αυτό. Μπορείς ακόμα να το κάνεις ακατόρθωτο και παρ’ όλα αυτά να το καταφέρεις με πολύ κόπο και χρόνο. Τότε κατάφερες και συ να γίνεις αξιοθαύμαστος. Ξέρεις ν’ αντιμετωπίζεις τη σκληρή ζωή. Την αντικειμενική πραγματικότητα!
Ο. – Μα τότε, γιατί οι δρόμοι… Ο κόσμος είναι γεμάτος δρόμους… Αυτοί που πάνε με τα πόδια…
Γ. – Είναι δοκιμασία… Για να δοκιμαστούμε… Μια ζωή παίρνουμε δρόμους, ταξιδεύουμε, νομίζοντας πως με το ταξίδι θα φτάσουμε… Κι είναι και τα ταξίδια πολλά και διαφορετικά στον κόσμο και στη ζωή. Κι ο καθένας διαλέγει. Ένας διαλέγει αυτό… Άλλος διαλέγει εκείνο… Κι όταν δεν φτάσουμε με το πρώτο, ξαναρχίζουμε μ’ ένα δεύτερο. Κι ύστερα μ’ ένα τρίτο, μ’ ένα τέταρτο… Κι αγωνιζόμαστε…
Ο. – Και δεν φτάνουμε, Γέροντα, με τα ταξίδια και τον αγώνα;
Γ. – Οδυσσέα… Οδυσσέα… Δέκα χρόνια πάλευες με θεούς, ανθρώπους και τέρατα στο ταξίδι της επιστροφής για τη Ιθάκη. Κι αν δεν κοιμόσουνα βαθιά την τέταρτη φορά που φτάσατε κοντά στην ακτή, κι αν δεν σε βγάζαν κοιμισμένο να σε αφήσουνε στην παραλία, θα σε ξαναπαίρναν οι άνεμοι και τα κύματα πίσω, στ’ ανοιχτά της θάλασσας.
Ο. – Κοιμήθηκα βαθιά, Γέροντα…
Γ. – Ναι … κι έτσι μόνο έφτασες… Έφτασες όταν εγκατέλειψες το ταξίδι και τον αγώνα.
Ο. – Παρ’ όλα αυτά, ας κάνουμε πως διαλέγουμε…
Γ. – Αυτή είναι η συμφωνία μας κι έτσι θα γίνει… Όμως να ξέρεις, Οδυσσέα, πως δεν είμαστε φτιαγμένοι από τη φύση μας για να προτιμάμε, και να διαλέγουμε.
Ο. – Πώς αυτό, Γέροντα;…
Γ. – Ο άνθρωπος απλώς ΕΙΝΑΙ… Είναι άνδρας, γυναίκα, ψηλός, κοντός, δυνατός, αδύνατος… Και λειτουργεί έτσι. Όμως αυτό δεν ήταν επιλογή του…
Ο. – Τότε τι είναι η επιλογή του;
Γ. – Το να προτιμάει ένα και να απορρίπτει το άλλο σαν αξίες.
Ο. – Κι αυτό δεν είναι σωστό;
Γ. – Καταστρέφει τον εγκέφαλο. Όμως ας παίξουμε πως διαλέγουμε.
Ο. – Διαλέγω το δρόμο που πάει δεξιά.
Γ. – Δεν κάθισες να σκεφθείς πριν… Πρέπει να σκεφθείς… Να παιδευτείς… Πρέπει να φανεί πως διάλεξες μετά πολλή σκέψη.
Ο. – Γιατί, Γέροντα;
Γ. – Ξέρεις πολύ καλά γιατί. Αυτό κάνεις από τη μέρα που συναντηθήκαμε στο δρόμο. Όταν σκεφθείς πολύ, μόνο τότε έχεις δικαίωμα να υποφέρεις που διάλεξες το δρόμο της κακίας. Γιατί οπωσδήποτε θα διαλέξεις το δρόμο της κακίας. Από τη μέρα που σε συνάντησα κάνεις σαν να σκέφτεσαι σαν να αγωνίζεσαι να βρεις το σωστό!
Ο. – Έτσι είναι, Γέροντα. Τόχω πιστέψει… Αρχίζω να υποφέρω. Άφησε να πάω ως το τέλος.
Γ. – Πάμε δεξιά. Το δρόμο που διάλεξες.
Ο. – Είναι ο δρόμος της αρετής;
Γ. – Ότι και να διαλέξεις είναι ο δρόμος της κακίας. Αφού αποφάσισες να διαλέξεις, αποφάσισες να υποφέρεις. Ότι και να διαλέξεις θα υποφέρεις. Ότι και να διαλέξεις είναι ο δρόμος της κακίας.
Ο. – Μα αφού είναι δύο οι δρόμοι.
Γ. – Ένας είναι ο δρόμος. Ο άλλος είναι εικονικός. Δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ ο άλλος δρόμος.
Ο. – Ένας είναι ο δρόμος;
Γ. – Ένας είναι και είναι ο δρόμος της αρετής.
Ο. – Μα τότε γιατί είναι δύο οι δρόμοι μπροστά μας; Ποιος είναι ο δρόμος της κακίας;
Γ. – Το ξέρεις καλά, Οδυσσέα. Ο δρόμος της κακίας είναι το ό,τι διαλέγεις.
Ο. – Κι αν δεν διαλέξω… πώς ξέρω ότι ο δρόμος που πήρα είναι ο δρόμος της αρετής;
Γ. – Ρώτα τις πατούσες σου, να δεις τι θα σου πούνε για το δρόμο που περπατάς.
Ο. – Είναι ευτυχισμένες!
Γ. – Τότε αυτός είναι ο δρόμος.
Ο. – Αυτός θα μας οδηγήσει;
Γ. – Μόνο αυτός. Όταν όλες οι σκέψεις σου και όλες οι πράξεις σου είναι ευτυχισμένες, τότε το σώμα σου γίνεται ευτυχισμένο κι ύστερα ο νους και η καρδιά σου. Τότε, ο ίδιος εσύ γίνεσαι ο δρόμος. Έτσι τα πόδια σου σε πάνε σωστά, όποιον δρόμο και να πάρουν.
Ο. – Κι αν θέλουμε ν’ αγωνιστούμε; Κι αν θέλουμε να υποφέρουμε;
Γ. – Οδυσσέα, κανένας δρόμος δεν μπορεί να οδηγήσει αλλού. Όμως, ο δρόμος του κόπου και του πόνου είναι πιο μακρύς… Σε απομακρύνει πολύ στην αρχή… Μόνο ο δρόμος της ευτυχίας σε οδηγεί αμέσως εκεί που είσαι ήδη από πάντα.
Συνεχίζεται…     

Βιβλιογραφία:
Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε ποτέ.

Κώστας Φωτεινός Εκδόσεις: Καφέ Σχολειό
...με πολλά ευχαριστώ από
 panagiotispsarros.blogspot.com

Πώς να προλαμβάνουμε και να θεραπεύουμε τις ασθένειες.


Μπορούμε να προλάβουμε ή να θεραπεύσουμε τις ασθένειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες εσωτερικές συγκρούσεις και τις απογοητεύσεις.
Πώς; Μαθαίνοντας τις βασικές αρχές της επικοινωνίας τις οποίες κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να κατέχει,  το να εκφράζει τις ανάγκες και τα συναισθήματά του, να τολμά να αντιπαρατίθεται στους άλλους (με σεβασμό βέβαια), να αναγνωρίζει και να δέχεται την πραγματικότητα όπως αυτή είναι, οι πράξεις του να είναι προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα, να τελειώνει τις όποιες συναισθηματικές εκκρεμότητες έχει με τους άλλους, να συγχωρεί.

Να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας: Το συναίσθημα μοιάζει με το σύμπτωμα. Είναι ο δείκτης του βαθμού ικανοποίησης ή μη ικανοποίησης των αναγκών μας. Μια ανάγκη μας ματαιώνεται· εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα (θυμός, θλίψη, φόβος, κ.λ.π.). Μια ανάγκη μας ικανοποιείται· ένα ευχάριστο συναίσθημα θα εκδηλωθεί (χαρά, ευχαρίστηση, κ.λπ.). Δυστυχώς, η παιδεία μας μας έχει διδάξει, να αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματά μας όπως η ιατρική αντιμετωπίζει τα συμπτώματα: να τα αρνούμαστε, να τα απορρίπτουμε, να τα εξαφανίζουμε. Με αυτό τον τρόπο στερούμαστε τα καλύτερα σημάδια, που έχουμε στη διάθεσή μας για να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι είναι καλό για μας και τι δεν είναι.
Αυτή η άγνοιά μας μάς οδηγεί στην απογοήτευση, αφού μην έχοντας πια τους φωτεινούς δείκτες στον πίνακα ελέγχου, δεν ειδοποιούμαστε καν ότι μια ή περισσότερες ανάγκες μας ματαιώνονται. Σ’ αυτό το σημείο ο εγκέφαλος παίρνει αναγκαστικά τα ηνία, για να εγγράψει στη βιολογική διαδικασία των οργάνων τις ίδιες πληροφορίες που μας είχαν δώσει τα συναισθήματα [θυμηθείτε: στο παράδειγμα με το αυτοκίνητο, εάν οι φωτεινοί δείκτες του πίνακα ελέγχου (τα συναισθήματα) δεν λειτουργούν πια ή δεν ληφθούν υπόψη, η βλάβη θα εκδηλωθεί στα όργανα της μηχανής (στα όργανα του σώματος)].
Το να ξαναμάθουμε λοιπόν να ακούμε τα συναισθήματά μας, να τα αναγνωρίζουμε και να τα δεχόμαστε, να τα ευχαριστούμε μάλιστα που επαγρυπνούν για μας, είναι ένας πρώτος σταθμός για να αποφεύγουμε τις καταστρεπτικές εσωτερικές συγκρούσεις και το στρες. Εάν, επιπλέον, μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας με τρόπο κατάλληλο, υπεύθυνα, χωρίς να αποδίδουμε στους άλλους την ευθύνη, θα μπορέσουμε πολύ γρήγορα να ξαναβρούμε την ισορροπία μας.
Να τολμούμε τις αντιπαραθέσεις, με σεβασμό στους άλλους: Πόσες φορές, σε δύσκολες, τεταμένες, δυσάρεστες καταστάσεις, δεν συνέβη να μη τολμήσουμε να πούμε τα πράγματα στον άλλο, με σεβασμό, αλλά και σταθερά, με θάρρος ; Πόσες φορές δεν κατάπιαμε τα λόγια μας από φόβο μην προκαλέσουμε σύγκρουση; Φοβόμαστε συχνά να πούμε δυσάρεστα πράγματα, επειδή πιστεύουμε ότι είναι προτιμότερο να διατηρούμε την ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Όμως αυτή η ειρήνη είναι απατηλή, αφού μέσα μας μπορεί να γεννιέται ένα ισχυρό βίαιο συναίσθημα. 

Σημειώστε ότι ακόμη και ο υπολογισμός είναι λανθασμένος: θέλοντας να αποφύγουμε τη σύγκρουση, δεν λέμε αυτό που θα έπρεπε να ειπωθεί. Όμως, μην λέγοντας τίποτα, αυξάνουμε την αίσθηση απογοήτευσης και μνησικακίας μέσα μας, μέχρι που η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Τότε, είτε ξεσπάμε βίαια πάνω στον άλλο, οπότε συμβαίνει αυτή η σύγκρουση και η ρήξη που ακριβώς θέλαμε να αποφύγουμε, είτε καταπίνουμε τα συναισθήματά μας για άλλη μια φορά, και τότε συμβαίνει ο καρκίνος ή η οξεία ασθένεια, που μας καλεί να εξετάσουμε προσεχτικά την ανισορροπία που έχουμε δημιουργήσει …
Το να τολμάμε την σύγκρουση, είναι το να μάθουμε να μιλάμε για τα πράγματα που μας ενοχλούν, ήρεμα, χωρίς υπεκφυγές. Το να μάθουμε να εκφράζουμε με ειλικρίνεια το τι μας συμβαίνει, είναι ο καλύτερος τρόπος για να φροντίζουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους.
Να αναγνωρίζουμε και να δεχόμαστε την πραγματικότητα όπως αυτή είναι: Συχνά έχω παρατηρήσει, ότι πολλές ασθένειες ξεκινάνε όταν αρνούμαστε να δούμε μια κατάσταση, όταν της αντιστεκόμαστε, όταν δεν δεχόμαστε αυτό που μας συμβαίνει. Έτσι, μπορεί να μπούμε σε καταστάσεις εσωτερικής σύγκρουσης, αντίστασης, αυτοϋποτίμησης, απώλειας της ταυτότητας ή του χώρου κυριαρχίας μας. Και όσο περισσότερο μαχόμαστε την πραγματικότητα, τόσο περισσότερο ενισχύουμε την επιρροή της και τη δύναμή της πάνω μας, μέχρις ότου εξαντληθούμε.
Χωρίς να είμαστε καθόλου μοιρολάτρες (το θέμα δεν είναι να είμαστε ανθρώπινα ράκη που δέχονται τα πάντα χωρίς αντίδραση, αντιθέτως), το να δεχόμαστε την πραγματικότητα είναι το να τολμάμε να την κοιτάμε κατάματα, αντικειμενικά, χωρίς να κρίνουμε. Είναι επίσης το να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα γεγονότα, θεωρώντας τα ούτε καλά, ούτε κακά: η συμβουλή μου είναι, να θεωρούμε μάλλον ό,τι μας συμβαίνει σαν ευκαιρίες που μας προσφέρονται για να μάθουμε κάτι καινούργιο.
Οι πράξεις μας να είναι προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα: Ο Γιούνγκ επέμενε πολύ σε αυτό το σημείο. Πράγματι, δεν υπάρχει θεραπεία εάν δεν δράσουμε πραγματικά. Συχνά, μένουμε εγκλωβισμένοι στις εσωτερικές συγκρούσεις μας και τα στρες, επειδή δεν τολμάμε να δράσουμε. Ή ακόμα χειρότερα: επειδή νομίζουμε ότι αρκεί να συνειδητοποιήσουμε την αιτία του καρκίνου μας για να θεραπευθούμε. Λάθος. Όσοι πίστεψαν πως είναι έτσι, έχουν πεθάνει. Η δράση είναι ο μόνος τρόπος να δώσουμε στον εγκέφαλο την πληροφορία ότι η συγκρουσιακή κατάσταση τελείωσε. Ειδάλλως, το είδαμε παραπάνω, η ενεργοποίηση της ασθένειας δεν θα σταματήσει ποτέ.
Να τελειώνουμε τις όποιες συναισθηματικές εκκρεμότητες έχουμε με τους άλλους: Αυτή η έννοια εκφράστηκε για πρώτη φορά από την Ελίζαμπεθ Κίμπλερ Ρος (Kübler-Ross), την ελβετίδα γιατρό που μετανάστευσε στις Η.Π.Α, από όπου ξεκίνησε η εφαρμογή της φροντίδας για την ανακούφιση των βαριά ασθενών, που σήμερα είναι διαδεδομένη σε ολόκληρο τον κόσμο. Έλεγε, ότι πολλοί ασθενείς, στο τέλος της ζωής τους, αισθανόντουσαν την απόλυτη ανάγκη να συμφιλιωθούν με αυτούς με τους οποίους είχαν έρθει σε ρήξη. Παρατήρησε χιλιάδες φορές, ότι μόλις αυτές οι εκκρεμείς υποθέσεις έκλειναν, οι ασθενείς πέθαιναν την ίδια νύχτα, νηφάλιοι και γαληνεμένοι.
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε το τέλος της ζωής μας, στο τελευταίο στάδιο μιας μακράς και επίπονης ασθένειας για να το κάνουμε αυτό. Από προσωπική εμπειρία ξέρω, ότι κλείνοντας ταχτικά τις εκκρεμείς υποθέσεις μου, με βοηθάει να διατηρώ την ισορροπία μου και να μην δημιουργώ άχρηστες και επιζήμιες πηγές άγχους.
Να συγχωρούμε: Τέλος, τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, να συγχωρούμε. Όχι, να συγχωρήσουμε τον άλλο για το κακό που μπορεί να μας έχει κάνει, αλλά να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας για τον πόνο που δεχτήκαμε να ζήσουμε τόσο καιρό, μέχρις ότου χαλαρώσουμε, μέχρις ότου εκφράσουμε στον άλλο τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας, μέχρις ότου τολμήσουμε την αντιπαράθεση, μέχρις ότου, επιτέλους, αναγνωρίσουμε και δεχτούμε την πραγματικότητα, μέχρις ότου κλείσουμε τις εκκρεμότητές μας.
Όσο και αν μας εκπλήσσει, υπεύθυνοι για τα σοκ, τις εσωτερικές συγκρούσεις, το στρες μας, δεν είναι ποτέ οι άλλοι, ούτε τα γεγονότα. Ο τρόπος που δεχτήκαμε το γεγονός, ο τρόπος που το αντιληφθήκαμε, το ερμηνεύσαμε, το φιλτράραμε, αυτός είναι πάντα που γεννάει τον πόνο μας ή την χαρά μας. Δηλαδή, τελικά, με πολλή αγάπη, χιούμορ και ταπεινότητα, θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον εαυτό μας για την ηλιθιότητά μας και να μας συγχωρήσουμε για το κακό που μας κάναμε.

Στο τέλος αυτού του άρθρου, θέλω να βγάλω μερικά σύντομα συμπεράσματα. 
Πρώτα πρώτα, δεν υπήρξε στόχος μου να σας πείσω ότι οι πεποιθήσεις σας σχετικά με την υγεία και την ασθένεια είναι λανθασμένες. Ξέρω πολύ καλά ότι θα χρειαζόταν να παραθέσω πολύ περισσότερα, για να σας κάνω να αλλάξετε απόψεις. Στόχος μου ήταν να σας προτείνω μια θεώρηση του πώς θα είναι πιθανώς στο μέλλον η κατανόηση της ασθένειας και της θεραπείας. Εάν κάποια από αυτές τις ιδέες βρήκε απήχηση μέσα σας, σας προσκαλώ να εμβαθύνετε την έρευνά σας, να ενημερωθείτε, να διαβάσετε τα βιβλία που αρχίζουν τώρα να βγαίνουν σχετικά με το θέμα … Και κυρίως, να πειραματιστείτε μόνοι σας με τον εαυτό σας, όπως κάνω εγώ, εδώ και 18 χρόνια.
Έπειτα, αυτή η θεώρηση μας κομίζει ένα εξαιρετικά καλό νέο: η ασθένεια δεν είναι μοιραία, δεν συμβαίνει ποτέ τυχαία. Που θέλει να πει, ότι αλλάζοντας τις συνήθειες συμπεριφοράς μας, τους τρόπους σκέψης μας, τη συναισθηματική ζωή μας, μπορούμε να εξαλείψουμε οριστικά την επήρεια των ασθενειών πάνω μας. Επιπλέον, ακόμα και αν κάπου κάπου αρρωσταίνουμε, δεν θα εξαρτόμαστε πια από τους θεραπευτές που βρίσκονται σε θέση εξουσίας σε σχέση με μας. Ξαναβρίσκουμε, επιτέλους, την αυτονομία μας, την ελευθερία μας, την αυτοκυριαρχία μας.
Και τέλος, ως ασθενείς και ως πολίτες, έχουμε όλοι το καθήκον να ενημερώνουμε τον περίγυρό μας, όσο περισσότερο μπορούμε, γύρω από αυτές τις νέες έρευνες, έτσι ώστε η τρέλα που έχει καταλάβει την ιατρική, πολιτική και οικονομική εξουσία σε σχέση με κάθε τι το εναλλακτικό, να γελοιοποιηθεί, να αποδειχθεί ακατάλληλη, ξεπερασμένη. Όταν βλέπω τις διώξεις τις οποίες υφίστανται πολλοί θεραπευτές που έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν πραγματικά την υγεία και τον ασθενή (και επομένως να μην υπηρετούν πια τα συμφέροντα των μεγάλων φαρμακευτικών ομίλων), γνωρίζω ότι αυτή η νέα μορφή ιεράς εξέτασης δεν θα σταματήσει παρά μόνο όταν θα είμαστε αρκετοί για να πούμε ευθέως στους κλασσικούς γιατρούς μας, αυτό που πραγματικά μας θεράπευσε. Αλλιώς, η ασθένεια θα παραμείνει για πολύ ακόμη στα χέρια αυτών που έχουν πάρει την εξουσία πάνω στη ζωή μας και το σώμα μας. Έχουμε τον κόσμο που μας αξίζει. Θα έχουμε τον κόσμο που δικαιούμαστε ; Αυτό θα εξαρτηθεί από μας.


                                         Jean-Jacques CREVECOEUR