Ο ΚΑΚΟΣ ΛΥΚΟΣ (και το καλό πρόβατο)

Η σκέψη του μέσου ανθρώπου ταλαντεύεται πάντα ανάμεσα σε δύο αντίθετα άκρα. Τα πράγματα πρέπει να είναι είτε άσπρα, είτε μαύρα λες κι έχουν εξαφανιστεί από το φάσμα του οπτικού μας πεδίου όλες οι ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρι. Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με την ψυχιατρική γνωρίζει καλά ότι η διπολικότητα μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Δυστυχώς όμως όλοι μας (παρ’ ότι δεν είμαστε βέβαια ψυχωτικοί) εκπαιδευόμαστε από μικροί να λειτουργούμε κάνοντας τραμπάλα ανάμεσα σε δυο αντίθετες θέσεις. Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης των καταστάσεων «στεγνώνει» τη ζωή μας. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πλούσια και πολύ πιο σύνθετη από δύο σκέτα check boxes: Yes – No. Όπως λέει κι ένας φίλος, ποιος ο λόγος να επιμένουμε να ρωτάμε πάντα αν ένα ποτήρι με νερό μέχρι τη μέση είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο? Δεν είναι τίποτα από τα δύο. Είναι ακριβώς μισό ποτήρι νερό!

Γιατί να υπάρχει όμως αυτή η διπολική μορφή σκέψης στην κοινωνία μας? Θα σας πω μια ιδέα που γυροφέρνει στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό. Νομίζω πως όλα ξεκινούν από ένα συγκεκριμένο ζευγάρι αντιθέτων: το «Καλό» και το «Κακό». Επί αιώνες, τα εκπαιδευτικά συστήματα της Δύσης έχουν έναν ορισμένο προσανατολισμό. Η προτεσταντική ηθική και κοσμοαντίληψη – ας μην το κρύβουμε – έχει καθορίσει την ανατροφή πολλών γενεών. Οι άνθρωποι υπό το βάρος των επιταγών αυτής της ηθικής προσπαθούν απεγνωσμένα να εξοβελίσουν το κακό από μέσα τους. Ταυτόχρονα, η θεώρηση του καλού και του κακού προκαλεί βαθύτατο φόβο, που εύκολα θολώνει συγκινησιακά τη νόηση και την ικανότητα της γνώσης. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στα συστήματα γνώσεις του υπόλοιπου πλανήτη.

Το Σαντοκάι, ένα από τα βασικότερα κείμενα του Ζεν, αναφέρει:

Φως και Σκότος
Βρίσκονται αντιμέτωπα.
Αλλά το ένα
Εξαρτάται από το άλλο
Όπως το βήμα του δεξιού ποδιού
Από εκείνο του αριστερού

Αυτό σημαίνει ότι στο επίπεδο που βρίσκεται η ανθρωπότητα αυτή τη στιγμή δεν είναι δυνατή η εξάλειψη του κακού. Η παρουσία του φαίνεται να είναι απαραίτητη για την ύπαρξη του καλού. Η Δύση προσελκύεται τόσο πολύ από μια επιφανειακή λογική, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ότι ο ευγενής στόχος της αποτυγχάνει, γιατί το κακό δεν μπορεί να ξεριζωθεί. Σύμφωνα με το νόμο της πολικότητας συμπεραίνουμε ότι το καλό και το κακό είναι οι δυο όψεις μιας και μόνης ενότητας κι επομένως εξαρτώνται το ένα από το άλλο. Όποιος εσκεμμένα εκτρέφει το καλό, κάνει ασυνείδητα το ίδιο και για το κακό. Γνωρίζω ότι αυτή η φράση ακούγεται εκ πρώτης όψεως τρομακτική, αλλά ας την αντιμετωπίσουμε.

Ο Νίτσε στην «Αυγή» του, σε ένα χωρίο με τίτλο: οι αρνητές της ηθικότητας, υποστηρίζει ότι οι ηθικές κρίσεις δεν στηρίζονται σε αλήθειες!

Δε χρειάζεται άλλωστε να είναι κανείς σοφός για να αντιληφθεί ότι κάτι που θεωρείται ηθικό και αποδεκτό σε μια κοινωνία, μπορεί να είναι απαράδεκτο σε κάποια άλλη.

Ο Αδάμ –θυμηθείτε– πριν φάει από το δένδρο της γνώσης δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Ο πρώτος μακάριος άνθρωπος δεν είχε μπει τον κόσμο των αντιθέτων. Ζούσε σε άλλο επίπεδο, όπου καλό και κακό δεν είχαν νόημα.

Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω ένα πεζό παράδειγμα: εάν δώσουμε ένα κουτί σπίρτα σε ένα παιδί ποτέ δεν θα μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα συμβεί κάποιο ατύχημα. Ακόμη κι αν προσπαθήσουμε να του επιβάλουμε μια σκληρή απαγόρευση δεν θα είμαστε ήσυχοι. Το παιδί ωθούμενο από μια πανίσχυρη φυσική περιέργεια και έχοντας άγνοια των κινδύνων είναι πιθανόν να βάλει φωτιά. Δεν συνειδητοποιεί ότι αυτό είναι «κακό». Κατά συνέπεια δεν μπορούμε και να κατηγορήσουμε το παιδί για κακία. Ωστόσο το κακό έχει λάβει χώρα. Εάν αντίθετα δώσουμε τα ίδια σπίρτα σε έναν ενήλικα δεν χρειάζεται καν να τον προειδοποιήσουμε. Αυτός ξέρει από μόνος του την ουσία των σπίρτων, την αξία τους, τη λειτουργία τους και την προσοχή που απαιτείται κατά τη χρήση τους.

Για το παιδί λοιπόν υπάρχει σωστό και λάθος (όσον αφορά στα σπίρτα πάντα). Εάν κάνει ότι του λέμε είναι καλό παιδί, εάν μας παρακούσει είναι κακό. Για τον ενήλικα όμως που στέκεται σε ένα άλλο επίπεδο (ο προπτωτικός Αδάμ για το παράδειγμά μας) δεν έχει καν νόημα η χρήση των λέξεων καλό και κακό σε σχέση με ένα κουτί σπίρτα.

Περαιτέρω, εάν παρατηρήσουμε τον εαυτό μας με περισσό θάρρος και κοφτερή ματιά, θα αντιληφθούμε ότι όταν κάνουμε μια καλή πράξη δεν είναι απαραίτητα καλό και το κίνητρό μας. Μπορεί για παράδειγμα, να βοηθήσω έναν συνάνθρωπό μου που έχει ανάγκη, αλλά σε ασυνείδητο επίπεδο αυτό να το έκανα επειδή θέλω να είμαι αποδεκτός, αγαπητός και να με θαυμάζουν. Το καλό και το κακό είναι τόσο μπλεγμένα μέσα στον άνθρωπο που δεν είναι εύκολο να τα αναγνωρίσουμε.

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, ο Ιησούς εκφωνεί τη μυστηριώδη ρήση: «Να είστε είτε καλοί είτε κακοί. Τους χλιαρούς θα τους ξεράσω από το στόμα μου». Η φράση αυτή γίνεται ίσως πιο κατανοητή υπό το πρίσμα των όσων συζητούμε εδώ. Γιατί ο Ιησούς γνώριζε ότι στο παρόν επίπεδο ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσει το καλό από το κακό. Αυτό που μας ζητά να αποφύγουμε είναι τη χλιαρότητα, δηλαδή τη μη εμπλοκή, την αδιαφορία! Οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν με περιφρόνηση «ιδιώτη» (πρβ, idiot), αυτόν που έβγαζε την ουρά του απ’ έξω και δεν ελάμβανε μέρος στα κοινά! Η ουσία του ανθρωπίνου όντος είναι οι διαρκείς επιλογές. Πρέπει να επιλέγουμε διαρκώς. Να μην μένουμε αμέτοχοι μπροστά στα διλλήματα που μας φέρνει η ζωή. Και μάλιστα πρέπει την ώρα της επιλογής μας να έχουμε συναίσθηση τόσο του καλού όσο και του κακού που εμπεριέχει η απόφασή μας.

Η μελέτη και η παρατήρηση των φαινομένων είναι πιστεύω το πρώτο βήμα της κατανόησης. «Κοιτάζω» είναι η μεγάλη μαγική λέξη στην πορεία της αυτογνωσίας. Ο Σωκράτης με την επιταγή του «Γνώθι Σ’ αυτόν» ήταν σοφότερος ημών. Η παρατήρηση μετατρέπει την ποιότητα του αντικειμένου που κοιτάζουμε, γιατί εισάγει φως, δηλαδή συνείδηση, στο σκοτάδι. Αυτό που έχει σημασία σε τελική ανάλυση δεν είναι το Τί κάνουμε, αλλά το Πώς το κάνουμε! Δρούμε συνειδητά ή απλά παρασυρόμαστε από το κύμα? Είναι προτιμότερο να επιλέξω συνειδητά το κακό, παρά να κάνω ασυνείδητα το καλό. Ας πάψουμε επιτέλους να φοβόμαστε το συγκρουσιακό χαρακτήρα της ύπαρξής μας. Παρακαλώ μην με παρανοήσετε. Δεν προτείνω την ανηθικότητα! Δεν δίνω άλλοθι για τις κατεργαριές μας! Προτείνω όμως να αφήσουμε στην άκρη την συνεχή κριτική. Προτείνω να ξεκολλήσουμε από τη διελκυστίνδα ανάμεσα στο μαύρο και στο άσπρο και να παρατηρήσουμε με θάρρος τον εαυτό μας και τις πράξεις μας. Μόνο όταν θα καταστούμε συνειδητοί θα έχει πραγματική αξία η επιλογή του καλού.
                                                                 Νίκος Σπανός
                                                                 http://analysisynthesisyouhelpgr.blogspot.gr

Παραιτήσου από το παίξιμο ρόλων

Το να κάνεις οτιδήποτε που απαιτείται από σένα σε κάθε κατάσταση χωρίς να γίνεται ρόλος με τον οποίο ταυτίζεσαι είναι ένα ουσιαστικό μάθημα στην τέχνη της ζωής που ο καθένας μας είναι εδώ για να μάθει. Γίνεσαι εξαιρετικά ισχυρός σε ότι κάνεις αν η πράξη εκτελείται για την ίδια την πράξη αντί να χρησιμοποιείται ως μέσο για να προστατέψεις, να εξυψώσεις την ταυτότητα του ρόλου σου ή να συμμορφωθείς μ' αυτήν.
Κάθε ρόλος είναι μια πλασματική αίσθηση εαυτού και μέσα απ' αυτόν όλα προσωποποιούνται κι έτσι διαφθείρονται και διαστρεβλώνονται από το νοογενές "μικρό εγώ" και όποιο ρόλο τυχαίνει να παίζει. ...........
Σ' έναν κόσμο προσωπικοτήτων που παίζουν ρόλους, οι ελάχιστοι άνθρωποι που δεν προβάλλουν μια νοογενή εικόνα, αλλά λειτουργούν από το βαθύτερο πυρήνα της Ύπαρξής τους, εκείνοι που δεν επιχειρούν να φανούν σαν κάτι περισσότερο από αυτό που είναι, αλλά είναι απλώς ο εαυτός τους, ξεχωρίζουν ως αξιοσημείωτοι και είναι οι μόνοι που φέρνουν αληθινά κάποια αλλαγή στον κόσμο. ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΟΜΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ. Ό, τι κάνουν αποκτά δύναμη επειδή είναι ευθυγραμμισμένο με το σκοπό του όλου.....Η παρουσία τους και μόνο, -απλή, φυσική, ανεπιτήδευτη- έχει μεταμορφωτική επίδραση σ΄ όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους.
Όταν δεν παίζεις ρόλους, σημαίνει ότι δεν υπάρχει εαυτός (εγώ) σ΄αυτό που κάνεις. Δεν υπάρχει δευτερεύων σκοπός: προστασία ή ισχυροποίηση του εαυτού σου. Ως αποτέλεσμα, οι πράξεις σου έχουν πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Είσαι ολοκληρωτικά εστιασμένος στην κατάσταση. Γίνεσαι ένα μ΄αυτήν. Δεν προσπαθείς να είσαι συγκεκριμένα κάποιος. Είσαι ισχυρότατος, αποτελεσματικότατος όταν είσαι ολότελα ο εαυτός σου. Αλλά μην προσπαθείς να είσαι ο εαυτός σου. Αυτό είναι ένας άλλος ρόλος. Ονομάζεται "φυσικός, αυθόρμητος εαυτός μου". Μόλις αρχίζεις να προσπαθείς να είσαι τούτο ή εκείνο, παίζεις ένα ρόλο. "Να είσαι ο εαυτός σου" είναι μια καλή συμβουλή, αλλά μπορεί επίσης και να είναι παραπλανητική. Θα μπει ο νους στη μέση και θα πει: "Για να δούμε, πώς μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;" Έπειτα ο νους θα αναπτύξει θα αναπτύξει κάποιο είδος στρατηγικής: "Πώς να είμαι ο εαυτός μου". Άλλος ένας ρόλος. Το "Πώς μπορώ να είμαι ο εαυτός μου;" είναι στην πραγματικότητα μια λανθασμένη ερώτηση. Υποδηλώνει ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να είσαι ο εαυτός σου. Όμως το "πώς" δεν έχει θέση εδώ, επειδή είσαι ήδη ο εαυτός σου. Πάψε απλώς να προσθέτεις αποσκευές στο ποιός είσαι ήδη. "Μα δεν ξέρω ποιός είμαι. Δεν ξέρω τι σημαίνει να είμαι ο εαυτός μου". Αν μπορείς να νιώθεις απόλυτα άνετα με το να μην ξέρεις ποιός είσαι, τότε αυτό που απομένει είναι αυτός που είσαι -η Ύπαρξη πίσω από το ανθρώπινο, ένα πεδίο καθαρής δυνατότητας μάλλον, παρά κάτι που είναι ήδη προσδιορισμένο.
Παραιτήσου από το να αυτοπροσδιορίζεσαι -ή να προσδιορίζεις τον εαυτό σου στους άλλους. Δε θα πεθάνεις.
Θα ζωντανέψεις. Και μη νοιάζεσαι για το πώς σε προσδιορίζουν οι άλλοι. Όταν σε προσδιορίζουν, περιορίζουν τον εαυτό τους, επομένως είναι δικό τους πρόβλημα. Όποτε συναλλάσσεσαι με ανθρώπους, μην είσαι εκεί ως λειτουργία ή ρόλος, αλλά ως πεδίο συνειδητής Παρουσίας.
Γιατί παίζει ρόλους το Εγώ; Εξαιτίας μιας ανεξέταστης παραδοχής, ενός θεμελιώδους λάθους, μιας ασυνείδητης σκέψης. Αυτή η σκέψη είναι: Δεν είμαι αρκετός. Ακολουθούν άλλες ασυνείδητες σκέψεις: 
-Χρειάζεται να παίζω ένα ρόλο προκειμένου να εξασφαλίσω ό,τι χρειαζεται για να είμαι πλήρως ο εαυτός μου.
-Χρειάζεται να αποκτήσω περισσότερα έτσι ώστε να μπορώ να είμαι κάτι περισσότερο.
Όμως δεν μπορείς να είσαι περισσότερος απ' ότι είσαι, επειδή κάτω από τη σωματική και ψυχολογική μορφή σου είσαι ένα με την ίδια τη Ζωή, ένα με την Ύπαρξη.

Αποσπάσματα από συνέντευξη του Στέφανου Ροζάνη στην Έλλη Στάη, 2011

………………………… «Η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπορεί να είναι ιστορικό γεγονός. Η ανθρώπινη ελευθερία είναι γεγονός του πνεύματος αλλά όχι της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εναλλαγή μορφών δουλείας.» Μπερντιάεφ 

 Ας πούμε ο δουλοπάροικος ξεσηκώθηκε μέσω της αστικής επανάστασης αναζητώντας την ελευθερία του για να καταντήσει εργάτης στα αστικά εργοστάσια. Ο εργάτης στα αστικά εργοστάσια ξεσηκώθηκε αναζητώντας την ελευθερία του για να καταντήσει κολκόζος στα σοβιετικά κολκόζ. Κι εμείς καταντήσαμε υποκείμενα των προσομοιώσεων…………………… 
………………………….. 
Η βιοπολιτική μας οδήγησε στην κρίση. Η κρίση δεν υπάρχει....Αύριο θα είναι άλλη κρίση. Όχι “μπορεί να είναι”. Αύριο θα είναι άλλη κρίση. Από τη στιγμή που το ανθρώπινο υποκείμενο, η ανθρώπινη υποκειμενικότητα, ηττάται μέσω της βιοπολιτικής, από τη στιγμή εκείνη έχω μια υπαναχώρηση πλήρως του ανθρώπου στη μεταμόρφωσή του σε εργαλειακό άνθρωπο. Εργαλειακός άνθρωπος σημαίνει άνθρωπος ο οποίος εξυπηρετεί συγκεκριμένο σκοπό μέσα στην κοινωνική δομή. 
Τι ονομάζουμε βιοπολιτική; Βιοπολιτική ονομάζουμε την κοινωνία του ελέγχου. Σας ελέγχω απ’ το σουπερμάρκετ που αγοράζετε τα προϊόντα σας, από το κατάστημα που αγοράζετε τα υφάσματά σας, από τις κάρτες τις οποίες έχετε ή έχω στο πορτοφόλι μου για να προμηθεύομαι τα προϊόντα μου, που σημαίνει τι; 
Βιοπολιτική είναι ο έλεγχος του ανθρωπίνου υποκειμένου μέσω του ελέγχου των επιθυμιών του. 
-Δηλαδή σήμερα έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο όπου δεν γνωρίζουμε αν οι επιθυμίες μας είναι όντως πραγματικές ή τεχνητές. Μας τις υποβάλλουν... 
-Ναι ακριβώς. -Γιατί τόσους αιώνες μπορέσαμε κι ερωτευθήκανε, αγαπηθήκανε, ζήσανε χωρίς κινητό τηλέφωνο; Χωρίς SMS; Για ποιο λόγο; Εμείς δηλαδή τι ακριβώς κάναμε; Να σας πω, κατά την ταπεινή μου γνώμη πάντα, απλώς ακυρώσαμε τον έρωτα και μιλάμε greeklish. -Πώς τον ακυρώσαμε τον έρωτα; -Τον ακυρώσαμε τον έρωτα γιατί ο έρωτας βρίσκεται στην ομιλία. -Στην ομιλία ή στην ανθρώπινη επικοινωνία; -Όχι, κάθετα. Η γνώμη μου είναι όχι. Στις λέξεις βρίσκεται ο έρωτας...Στην ομιλία, στο ομιλείν του ανθρώπου βρίσκεται ο έρως. Στο ότι οι λέξεις δεν έχουν νοήματα αλλά σημασία. Εάν οι λέξεις έχουν νοήματα τότε γίνονται επικοινωνία. Τότε σημαίνει ότι είμαι σ’ ένα γραφείο κι επικοινωνώ με τον προϊστάμενό μου επί σκοπώ τινά…Για να κάνω μια δουλειά..Όταν όμως είμαι ερωτευμένος, είτε σιωπώ, είτε, αν κάποιος μ’ ακούει να μιλώ με την κοπέλα που είμαι ερωτευμένος, θα πει ότι είμαι ηλίθιος. Γιατί οι λέξεις δεν θα είναι πια φορτισμένες με νόημα αλλά θα είναι φορτισμένες με σημασία...Και συναίσθημα. Και η Βίβλος λέει: Και είπεν ο Θεός, γεννηθήτω Φως. Και εγένετο Φως. Δεν είπε ότι έκανε τίποτα άλλο ο Θεός παρά να πει μία λέξη φορτισμένη συναισθηματικά και φορτισμένη ψυχικά. Κι απ’ τη στιγμή που την είπε τότε γίνεται και το φως. 
-Μας λέτε πολύ απλά ότι μπορούμε να βγούμε από την κρίση ακουμπώντας στον έρωτα. 
-Κάθε εξουσία μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της μέσω αρμάτων μάχης, αστυνομιών, στρατών, οικονομικών μέτρων, πολιτικών. Τα βάσιμα. Ένα δεν μπορεί ωστόσο ν’ αντιμετωπίσει κάθε εξουσία. Αυτό που μας δίδαξε ο Μισέλ Φουκώ: τον ανθρώπινο έρωτα, τα δύο ερωτευμένα παιδιά. Πάντα αναλογίζομαι εκείνη την εικόνα που είδα κι εγώ στην τηλεόραση, δυστυχώς, εκείνου του αγοριού στην πλατεία Τιεν Αν Μεν, που μπροστά στα τανκς ένα αγόρι φοιτητής στέκεται μόνος του και απλώνει τα χέρια του μπροστά στα τανκς. Και τα τανκς σταματάνε. Αυτό σημαίνει ότι αυτό το αγόρι ήταν ερωτευμένο με τη ζωή. Και τα τανκς σταματήσανε. Και πας βρυχηθμός εξουσιαστικός ή μη τελειώνει όταν βλέπει, τίθεται, μπροστά στον άνθρωπο τον ερωτευμένο. Ερωτευμένος άνθρωπος είναι ο πλήρης άνθρωπος. Είναι ο άνθρωπος σε όλη την ατομικότητά του. Είναι ο άνθρωπος στην πλήρη έξαρση της ατομικότητάς του. -Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό που λέτε είναι ότι πρέπει να είναι ένας-ένας ξεχωριστά και οι κοινωνίες ολόκληρες μαζί ερωτευμένοι με τους στόχους της ζωής, έτσι ώστε να οδηγηθούν σε μια επανάσταση απέναντι στα συστήματα τα πολιτικά μέσα στα οποία ζούμε. 
-Αυτό ήθελα να σας προλάβω. Μονάχα που αυτή η επανάσταση δεν έχει τον κλασσικό ορισμό της επανάστασης, γιατί η επανάσταση πάντα σε όλη την ανθρωπότητα δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να δημιουργεί αυτό που παρατηρήσαμε προηγουμένως: Να ρίξει ένα καθεστώς προκειμένου να δημιουργήσει ένα άλλο καθεστώς, το οποίο αν δεν ήταν καταδυναστευτικότερο του προηγουμένου, τουλάχιστον ήταν το ίδιο καταδυναστευτικό. Αυτή η επανάσταση για την οποία μιλάμε δεν είναι επανάσταση. Έχει και όνομα. Και αυτό το όνομα το έθεσε ένας σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας, ο Albert Camus: “L' Homme revolte”, ο εξεγερμένος άνθρωπος. Με τις επαναστάσεις δεν κάνουμε τίποτα. 
Η γνώμη μου είναι ότι το μόνο πράγμα που μπορεί να κάνει και ο Έλληνας, ή γενικότερα ο σύγχρονος άνθρωπος, είναι να, όχι επιστρέψει, αλλά να δει την αξιακή κλίμακα του κόσμου με διαφορετικό μάτι. Τι σημαίνει αξιακή κλίμακα. Ξέρετε, καμιά φορά μπλέκουμε έννοιες. 
Αιφνιδίως μπλέκουμε την έννοια της ηθικής με την έννοια της ηθικότητας. 
 Η ηθική είναι κάτι σχετικό. Μεταβάλλεται, αλλάζει από γενιά σε γενιά, από εποχή σε εποχή. Εκείνο που παραμένει σταθερό είναι η ηθικότητα του ανθρωπίνου υποκειμένου. 
Το Δίκαιο είναι μια μεταβλητή. Αλλάζει, μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή, από αιώνα σε αιώνα, από γενιά σε γενιά. Εκείνο όμως το οποίο παραμένει αμετάβλητο είναι η αξίωση της δικαιοσύνης. 

 Έλεγε ο Jacques Derrida το πολύ γνωστό: το δίκαιο μπορούμε να το αποδομήσουμε. Μπορούμε να αποδομήσουμε τη δικαιοσύνη; Κι έλεγε ο Πλάτων πολύ πιο παλιά με το δαχτυλίδι του Γύγη: Αν κάνω δεξιά το δαχτυλίδι εξαφανίζομαι. Άρα μπορώ να σκοτώσω. Αν το κάνω αριστερά φανερώνομαι, άρα υπόκειμαι στο νόμο. Ποια είναι η δικαιοσύνη; Ότι αν γυρίσω δεξιά το δαχτυλίδι μου μπορώ να σκοτώσω επειδή δεν με βλέπει κανένας; 
-Οπότε ποια είναι τα στοιχεία τα οποία θα δημιουργήσουν την εξέγερσή μας. 
-Πρώτον, η αγάπη για τη ζωή. Και η ζωή. 
-Ποιες είναι αυτές οι αξίες οι οποίες πρέπει να παραμείνουν, οι οποίες προφανώς έχουν ζωή αενάως και δεν μεταλλάσσονται μέσα από τις κοινωνικές αλλαγές; Υπάρχουν; 
-Υπάρχουν. Πρώτον, η διαπόρευση του πνεύματος ως κριτική αντιμετώπιση της ζωής μου. ΜΟΥ. Της ατομικής μου ζωής. Χωρίς να έχω απόσταση κριτική από τον κόσμο, αλλά πολλές φορές κι από τον εαυτό μου, δεν είναι δυνατό να καταστώ ένα υποκείμενο το οποίο να διατηρεί έστω και ψήγματα ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας. Είπα τη λέξη αξιοπρέπεια. Το δεύτερο είναι η αξιοπρέπεια. Έλεγε η Hannah Arendt: Θέλετε να αποδομήσετε εντελώς τον άνθρωπο; Πάρτε του την αξιοπρέπεια. Τότε ο άνθρωπος γίνεται κάτι, έλεγε η Hannah Arendt, που και τα ζώα δεν είναι. 
 Πρέπει επίσης να διεκδικήσουμε τον έρωτά μας για τη ζωή και για τον κόσμο. Έρωτας δεν σημαίνει αυτό το πράγμα που ενδεχομένως στο μυαλό μας φτερουγίζει ως φαντασίωση. Έρωτας σημαίνει η ενσωμάτωση του ανθρωπίνου υποκειμένου στη μήτρα του, δηλαδή στον κόσμο του. 
Και κόσμος σημαίνει κόσμημα, σημαίνει δαχτυλίδι. 
-Ας πούμε ότι αυτά όλα τα διεκδικούμε. Και την αξιοπρέπεια, και τη δικαιοσύνη και τον έρωτα για τη ζωή και την ατομικότητά μας. Πώς ανατρέπονται τα συστήματα εξουσίας μέσα σε μια καθημερινότητα; Εάν θεωρήσει κάποιος ότι πρέπει ν’ ανατραπούν, σας ρωτάω με ποιο τρόπο θα πάμε και σε ποια κοινωνία; Γιατί πολλές ατομικότητες κάνουν μια συλλογικότητα και μια κοινωνία. Οπότε τι μας προτρέπετε; Να φύγουμε από μια κοινωνία; Να φύγουμε από τη συλλογικότητα που την κάνουν οι πολλές ατομικότητες; 
- …Αυτό που λέμε "κοινωνία" δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μηχανισμός καταπίεσης, εξαναγκασμού και προσομοίωσης. 
-Αν σας πω ότι διαφωνώ τι θα μου πείτε; Αν σας πω δηλαδή ότι δεν μπορεί παρά να έχουμε μορφή κοινωνίας η οποία θα έχει μορφές εξαναγκασμού, γιατί όλα τα άτομα δεν είναι ίδια. Οπότε από τη στιγμή που δεν είναι όλα τα άτομα ίδια για να φτάσουμε στη συλλογικότητα, θα πρέπει κάποιοι να εξαναγκάσουν τους άλλους, είτε ηθελημένα είτε άθελά τους; -Και ποιος σας είπε ότι εγώ πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι ή όλα τα άτομα είναι ίδια; Ίσια- ίσια! Είμαι υπέρ του Shaw και υπέρ της ανισότητας των ανθρωπίνων υποκειμένων. Άλλο όμως είναι το πρόβλημα. Ότι για να δημιουργηθεί η συλλογικότητα δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί κάτω από καθεστώς κοινωνίας. 
-Αλλά; 
-Αλλά κάτω από καθεστώς κοινότητας. 
-Ποια είναι η διαφορά; 
-Η διαφορά είναι τεράστια μεταξύ κοινωνίας και κοινότητας… Η κοινότητα εδράζεται πάνω στην κοινή κουλτούρα. Η κοινωνία εδράζεται πάνω στην πολιτιστική πρόοδο, που σημαίνει δηλαδή συνεχή και αέναη βελτίωση των υλικών όρων και συνθηκών του ανθρωπίνου υποκειμένου… Ένα αεροπλάνο είναι πολιτισμός. -Λέτε να φύγουμε από το υλισμό δηλαδή; 
-Όχι μόνο να φύγουμε από τον υλισμό. Λέω να μετατρέψουμε το πνεύμα σε ύλη και την ύλη σε πνεύμα. 
-Θεωρείτε ότι αυτό είναι εφικτό και θεωρείτε ότι η φύση του ανθρώπου θέλει αυτό; Γιατί έχω την αίσθηση ότι η φύση του ανθρώπου καλεί την ύλη, γι’ αυτό έχουμε ακριβώς τα φαινόμενα τα οποία εσείς περιγράφετε με το δικό σας τρόπο και τη δική σας ματιά κι εμείς τα βιώνουμε τώρα. Όλοι, κι ο τελευταίος Έλληνας, κι εκείνος που ποτέ δεν είχε καθίσει ν’ αναρωτηθεί με ποιον τρόπο ζει τα τελευταία χρόνια, είπε αυτή τη διετία ότι "Α, ζούσαμε σε μια φούσκα, πολλά καταναλώναμε, δεν μας ήταν απαραίτητα." Πλην όμως βλέπουμε ότι η ανθρώπινη φύση τα ζητάει. Τα ζητάει σε κάθε εποχή. 
-Μάλιστα. Η απληστία του ανθρώπου είναι δεδομένη από τότε που ο άνθρωπος γεννήθηκε στη γη.. Αλλιώς ακόμα θάμασταν στις σπηλιές. Εγώ θα φορούσα μια προβιά και θα έσερνα μια ξανθιά για να τη βιάσω μέσα στη σπηλιά. Δεν είναι έτσι; Άρα το θέμα είναι όχι η ίδια η απληστία αλλά η μετουσίωση της απληστίας. Ο βουλιμικός είναι ένας άνθρωπος άρρωστος ο οποίος ανοίγει το ψυγείο και τρώει συνέχεια φαγητό. Αλλά βουλιμικός είναι κι εκείνος που καλλιεργεί με βουλιμία το πνεύμα του. Καλλιεργεί τις εσωτερικές του δυνάμεις με βουλιμία. Και ουσιωδώς δεν θα ξεφύγουμε ποτέ εάν, πάλι λίγο δύσκολο, δεν καταλάβουμε ότι η φύση του ανθρωπίνου υποκειμένου είναι ουτοπική. Τι είναι η ουτοπία; Είναι κάτι το οποίο πραγματοποιείται; Είναι κάτι το οποίο υλοποιείται; Μα αν ήταν κάτι τέτοιο δεν θα ήταν ουτοπία. Ουτοπία είναι το ανέφικτο το οποίο όμως οδηγεί ιστορικά το εφικτό. Ουτοπία είναι εκείνο το οποίο δεν μπορεί, δεν δύναται να πραγματωθεί, για να οδηγήσει όμως την ανθρωπότητα στο δρόμο της πραγμάτωσής της. 
-Πώς μπορεί να αλλάξει το εσωτερικό της κοινωνίας μας, γιατί αυτό λέτε: να γίνει μετατόπιση από την εξωτερική μας ύπαρξη στην εσωτερική μας, έτσι ώστε να βρούμε και το ανέφικτο για να πάμε στο εφικτό. Δηλαδή να βρεθούμε σε μια κοινωνία η οποία δεν θα στηρίζεται στην ύλη, δεν θα στηρίζεται στην υπερβολή.
-Όχι, να στηρίζεται στην ύλη! Μόνο που την ύλη θα την πνευματοποιεί. Όπως και το πνεύμα θα το υλοποιεί. 

-Πώς γίνεται αυτό; Τι θα κάνουμε δηλαδή; Τι θα κάνουμε μια κοινωνία η οποία είναι διάσπαρτη αυτή τη στιγμή; Δεν είμαστε σ’ ένα θέατρο όπου να ανταλλάσσουμε όλοι, 11 εκατομμύρια Έλληνες, απόψεις μαζί σας ώστε ν’ αρχίσει η ζύμωση και ν’ αρχίσει μια εσωτερική αναζήτηση για να δούμε με διαφορετικά μάτια το πλαίσιο που θέλουμε να ζήσουμε. Είναι εφικτό αυτό; Φοβάμαι πως όχι. 

 -Να σας απαντήσω εγώ όμως με το λόγο του Κορνήλιου Καστοριάδη: «Ο κόσμος αλλάζει μόνο όταν έστω και ένας άνθρωπος θέλει να τον αλλάξει. Επιθυμεί να τον αλλάξει.» Ο κόσμος είναι οι επιθυμίες μας. Δεν είναι ούτε κάτι μεταφυσικό ούτε μια υλιστικότητα υπό την έννοια της χυδαίας υλιστικότητας. Ο κόσμος είναι το πραγματικό της πραγματικότητας. Αυτό που βλέπουμε είναι η πραγματικότητα. Πίσω από την πραγματικότητα λέει ο Μάρτιν ... υπάρχει ένα πραγματικό. Κι αυτό το πραγματικό μας αφορά εσάς κι εμένα το ίδιο.

Απομαγνητοφώνηση http://seferou.blogspot.gr/2012/01/blog-post_17.html

Ερωτευόμαστε πάντα όπως πεινούσαμε σαν βρέφη.

     
Αφὴ και στέρηση του μητρικού σώματος: διαλεκτικὴ της ζωής ή της απώλειας, του όλα ή τίποτα. Όταν παίρνει τροφὴ απὸ το κορμὶ της μητέρας, το βρέφος τα έχει όλα, έχει την αμεσότητα της σχέσης που είναι ζωή. 

Αντίθετα, το κλάμα της πείνας είναι κραυγὴ απόγνωσης απὸ μιαν ύπαρξη που νιώθει να χάνεται. Χάνει την αφὴ της ζωής, κραυγάζει τή γεύση του άσχετου, το τίποτα. Η σχέση με τη μάνα είναι ερωτική, γιατὶ είναι ζωτική. Λήψη τροφής, δυνατότητα ζωής, δυναμικὴ πληρότητα σχέσης. Και σε αυτὴ τη δυναμικὴ σκοπεύει τελικὰ κάθε έρωτας.
 Ζωτικὴ σχέση μὲ τὸν αντι-κείμενο κόσμο. Αφὴ του σώματος ποὺ συνιστά ζωὴ καὶ αναιρεί τον θάνατο, τα χαρίζει όλα και αποτρέπει το τίποτα. Δυναμικὴ της ζωής και δεν οριοθετείται από μόνη την ηδονὴ της τροφής -η ερωτικὴ εμπειρία του βρέφους δὲν τελειώνει εκεί...

Συγχώρεση και θεραπεία

"...δυο λόγια για τη "συγχώρεση". Όταν νιώθουμε πληγωμένοι, η συγχώρεση είναι αναμφίβολα από τους πιο ισχυρούς παράγοντες της θεραπείας. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο για πολλούς λόγους. Γενικά θα ήμασταν έτοιμοι να συγχωρέσουμε και να ξεχάσουμε τη πληγή, αρκεί κι ο άλλος να επανορθώσει, αλλά δυστυχώς, σπάνια εκείνος που μας πλήγωσε θα έρθει να μας ζητήσει συγνώμη. Αυτό μας κάνει να συγκρατούμε τη συγνώμη μας, να τη βάζουμε σε μια κατάσταση αναμονής ή μάλλον ελπίδας... Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, αυτή η συγνώμη δεν βγαίνει αναγκαστικά από τα βάθη της καρδιάς μας: η σκέψη ότι είμαστε πρόθυμοι να συγχωρήσουμε τον άλλο αν αναγνωρίσει το λάθος του, είναι ένας τρόπος να πείσουμε τον εαυτό μας ότι έχουμε δίκιο...

Κανείς δεν "επιλέγει" να είναι άρρωστος.

Ο θυμός εκφράζεται μέσα στο σώμα για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Μέσω της ασθένειας, κατά κάποιον τρόπο, δικαιολογούμε τον εαυτό μας. Επιβεβαιώνουμε ότι έχουμε δίκιο να νιώθουμε τα συναισθήματα αυτά που νιώθουμε, ότι τα συναισθήματα δεν είναι ένα κατασκεύασμα του μυαλού μας, αλλά μια αντικειμενική πραγματικότητα. Μέσω της ασθένειας έχουμε αποδείξεις για την οδύνη μας, χωρίς όμως να έχουμε συνείδηση όλων αυτών. Και το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε, είναι βαρύ. Βάζουμε το σώμα μας να μαρτυρήσει τι νιώθουμε και μέσω του σώματός μας χρησιμοποιούμε σαν μάρτυρες και τους ανθρώπους του περίγυρού μας.... Είμαστε άρρωστοι και οι κοντινοί μας άνθρωποι πρέπει να το "ανεχτούν". Μετατρέποντας την προσωπική μας οδύνη σε σωματική πραγματικότητα αφαιρούμε από τους γύρω μας την δυνατότητα να την αγνοήσουν ή να αποστασιοποιηθούν από αυτήν. Εντούτοις, εμείς πρώτοι από όλους υποφέρουμε και η αδυναμία των άλλων να μας ανακουφίσουν, μας κάνει να νιώθουμε μόνοι. ...Θα θέλαμε να απαλλαγούμε από την ασθένεια που μας προκαλεί τον πόνο, όσο γίνεται πιο γρήγορα. 
Πού να το φανταστούμε ότι, στην πραγματικότητα, μέσω της οδύνης δικαιολογούμαστε για κάτι;....
Μέσα από τις ασθένειες, μιλάμε στον εαυτό μας. Μόνο που λέμε τα πράγματα στον εαυτό μας χωρίς πραγματικά να τα λέμε. Λες και θέλουμε να τα πούμε με τρόπο που να μην τον καταλαβαίνουμε απόλυτα, λες κι αυτή η αμφισημία μας επιτρέπει να διαφυλάξουμε κάτι. Και όλα αυτά βεβαίως συμβαίνουν εν αγνοία μας. Κανείς δεν "επιλέγει" να είναι άρρωστος.

                                         PH. DRANSART

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ

Ερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο χωρίς να γνωρίζουμε τίποτε. Η Γνώση κάθε νέου ανθρώπου από τη στιγμή που γεννιέται, προέρχεται από όλα αυτά που του μεταφέρουν οι προηγούμενοι. Κάθε παιδί γεννιέται σε έναν κόσμο μεγάλων. Από την πρώτη μέρα του, αρχίζει να εκπαιδεύεται σε ένα οργανωμένο κόσμο που ήδη έχουν φτιάξει κάποιοι άνθρωποι (η απάνθρωποι) πριν από αυτόν. 

Μπορούμε να αναρωτηθούμε: Πώς γνωρίζει ότι όλα αυτά στα οποία τον εκπαιδεύουν είναι προς όφελος του;… Τώρα θα μου πείτε: «αφού το παιδί είναι απόγονος, και, σαν απόγονος, τον εκπαιδεύω σε αυτά που μου έμαθαν οι πρόγονοι, αφού κι εγώ είμαι απόγονος…» Σωστά, αυτά που μας έμαθαν, όμως άλλο είναι...

Γιατί οι Αθεϊστές επιμένουν να αποκαλούνται Άθεοι;

Ενώ η παγκόσμια τάση ονομάζεται Αθεϊσμός και οι οπαδοί της Αθεϊστές, στην Ελλάδα οι οπαδοί επιμένουν στο Αθεΐα και Άθεοι/ες. Υπάρχει ουσιαστική διαφορά;

Στα αρχαία Ελληνικά, το επίθετο άθεος (από το στερητικό α + θεός) καθόριζε εκείνον που δεν είχε πίστη στους θεούς, όπως λέμε “δεν έχεις θεό μέσα σου”.

Ο όρος εξέφραζε την παντελή έλλειψη σχέσης με τους θεούς, δηλαδή σήμαινε “αρνητής των θεών, άθρησκος, ανόσιος”. Στις πιο σύγχρονες μεταφράσεις των κλασικών κειμένων πολλές φορές το “άθεος” μεταφράζεται ως “αθεϊστής“.

Στα λατινικά, ο Κικέρων μετέγραψε τη λέξη ως “atheos” , αλλά στις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες με λατινική ρίζα, η φιλοσοφία αναφέρεται ως atheism και ο οπαδός atheist. 

Περιέργως όμως, ελληνικά η Αθεΐα δεν είναι τόσο δόκιμη λέξη όσο ο Αθεϊσμός – δεν χρησιμοποιείται τόσο συχνά.

Κατά την εποχή του Διαφωτισμού η έννοια και φιλοσοφία του αθεϊσμού αναζωπυρώθηκε. Υποτίθεται ότι ήταν μια τάση αμφισβήτησης  του θρησκευτικού status quo, μια τάση επαναστατική κατά της εξουσίας της εκκλησίας, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της Γαλλικής επανάστασης των “πεφωτισμένων”, δηλαδή των μασόνων. 
Ο ορθολογισμός και η έλλειψη επιστημονικής απόδειξης του Θείου, είναι τα δυο ισχυρά ατού της φιλοσοφίας που σκοπό έχει να ακυρώσει την πίστη. Κι αφού μιλάμε για Ευρώπη, κύρια την Χριστιανική.

Όταν η προσωπική άποψη γίνεται κίνημα, τα πράγματα αλλάζουν

Έχει μεγάλη διαφορά κάποιος απλά να μην πιστεύει στην ύπαρξη του Θείου (ένα Θεός ή πολλοί) από εκείνον που ανήκει σε κίνημα οργανωμένο που βάλλεται κατά της μιας ή πολλών θρησκειών, έχει συγκεκριμένη φιλοσοφία όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά την προβάλει και την προπαγανδίζει. Στην πρώτη περίπτωση, μπορείς να τον αποκαλέσεις άθεο (χωρίς θεό) στη δεύτερη όμως, το αθεϊστής ταιριάζει καλύτερα, γιατί είναι οργανωμένο κι ενεργό μέλος της φιλοσοφίας του αθεϊσμού και η κατάληξη -ισμός και -ιστής αυτό ακριβώς υποδηλώνει. Στην τελική, όπως παρουσιάζονται, δεν είναι παρά μια άτυπη “θρησκεία” ενάντια σε όλες τις άλλες.

Γι’ αυτό και οι Έλληνες αθεϊστές ενοχλούνται όταν τους αποκαλείς έτσι, γιατί φανερώνει την οργάνωση της πίστης τους (ή μάλλον της α-πιστίας) αλλά για να εναρμονιστούν με το παγκόσμιο κίνημα και να είναι αναγνωρίσιμοι, αναγκάζονται να πουν τα πράγματα με το όνομά τους – Άθεοι στα ελληνικά, αθεϊστές στα αγγλικά:

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, τα χρόνια του μνημονίου, για κάποιους είναι απλά μια οικονομική δέσμευση της χώρας σε δανειστές και τραπεζίτες με όλα τα οδυνηρά συνακόλουθα για την επιβίωση μας, για άλλους όμως είναι κύρια η προσπάθεια της παγκόσμιας ελίτ να σκύψει η Ελλάδα το κεφάλι στην Παγκόσμια Διακυβέρνηση.
 Τη θέλουν την Ελλάδα, για πολλούς λόγους, πρώτη και καλύτερη σκυφτή:

Γεωστρατηγικοί, ενεργειακοί, οικονομικοί, συμβολικοί, αλλά και πνευματικοί. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα από αρχαιοτάτων χρόνων θεωρείτο και είναι ο ομφαλός της γης. Κι αυτό δεν αλλάζει αν κανείς πιστεύει στην Παναγιά, το αντίθετο, η “Μάνα” Παναγιά, είναι Μάνα όχι μόνο του Χριστού, αλλά και όλων των ανθρώπων. Κι αυτοί που ζουν και κατοικούν στον “ομφαλό” της γης, έχουν πιο άμεση σύνδεση με την “Μάνα” της γης και όλων των έμβιων όντων της.

Αν κόψουν, λοιπόν, αυτό το δέσιμο, το πέσιμο θα γίνει πιο εύκολο. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο το ξαφνικό ελληνιστικό φούντωμα που οργανώνεται σκοπίμως τελευταία και που πίσω του κρύβονται οι γνωστοί άγνωστοι “πεφωτισμένοι” της δεκάρας, οι Σκοτεινάτοι.

Κοίτα να δεις που σε λίγο έρχεται Πάσχα και οι Αθεϊστές, και όχι οι άθεοι που δεν τους νοιάζει και κρατούν τις απόψεις για τον εαυτό τους, θα ξεσαλώσουν πάλι με σεμινάρια, διαλέξεις, άρθρα κλπ

Α! Ξεκίνησαν ήδη στο μασονικό κανάλι του ΑΝΤ1:
https://t.reembed.com/2zE-tr3chBEm2MM_VE0AIr0z

 Και φυσικά, το πράσινο φως δίνουν τα τελευταία χρόνια οι “αριστερές” δυνάμεις με αποτέλεσμα την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου με… τις ευλογίες της εκκλησίας!

«ΟΙ Χριστιανοί απώλεσαν την συνήθειαν να σκέπτονται, έξω των επιστημονικών συμβουλών μας. ∆ια τούτο δε δεν βλέπουσι την ανάγκην επείγουσαν να κάμωσιν ό,τι ημείς θα κάμωμεν, όταν η βασιλεία μας θα έχη έλθει, δηλ. να διδάσκωσιν εις τα δημοτικά σχολεία την μόνην αληθή επιστήμην, την πρώτην όλων των επιστημών της κοινωνικής σειράς, του ανθρωπίνου βίου, της κοινωνικής υπάρξεως, ήτις απαιτεί την διαίρεσιν της εργασίας και επομένως την διαίρεσιν των ανθρώπων εις κλάσεις κα εις καταστάσεις.» – Κεφάλαιο Γ’  Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών

Και μην γελιέστε, η διαφορά η μεγάλη είναι ότι ο τυχαίος άθεος είναι πραγματικά άθεος, αλλά ο αθεϊστής, δηλώνει μεν άθεος, αλλά στην πραγματικότητα έχει το δικό του μυστικό σκοτεινό θεό…

Αλήθεια… οι άθεοι ή αθεϊστές πιστεύουν στο ότι δεν υπάρχει Θεός; Έχουν πίστη, δηλαδή; Ολίγο οξύμωρον… [Why Atheism is Not a ‘Lack of Belief’]

Πηγή: http://nea.allnewz.gr/?p=6457
Αναρτήθηκε από http://panagiotispsarros.blogspot.gr/2015/04/blog-post_17.html


το εσωτερικό νόημα της αρχαίας τέχνης της αλχημείας

...Η ενισχυμένη συνειδητή προσοχή κόβει τη σύνδεση ανάμεσα στο  πόνο-σώμα (pain-body, ένα δευτερεύον σώμα δημιουργημένο από τον πόνο, που κουβαλάει τον πόνο, τρέφεται και ζει από αυτόν και τον διαιωνίζει) και στις διαδικασίες της σκέψης σου και προκαλεί τη μεταστοιχείωση. Είναι σαν να γίνεται ο πόνος καύσιμο για τη φλόγα της συνειδητότητάς σου, κι εκείνη τότε καίει με μεγαλύτερη λαμπρότητα. Αυτό είναι το εσωτερικό νόημα της αρχαίας τέχνης της αλχημείας: η μεταστοιχείωση ενός μη ευγενούς μετάλλου σε χρυσό, του πόνου σε συνειδητότητα. Το σχίσμα μέσα σου γιατρεύεται και γίνεσαι πάλι ολόκληρος. Η ευθύνη σου στη συνέχεια είναι να μη δημιουργήσεις κι άλλον πόνο....
Ας συνοψίσουμε:
-Εστίασε την προσοχή σου στο συναίσθημα μέσα σου.
-Γνώριζε ότι είναι το πόνο-σώμα.
-Δέξου ότι είναι εκεί.
-Μη  σκέφτεσαι γύρω από αυτό-μην αφήσεις το συναίσθημα να μετατραπεί σε σκέψη.
-Μην κρίνεις και μην αναλύεις
-Μη φτιάξεις μια ταυτότητα για τον εαυτό σου απ' αυτό.
-Μείνε παρών και συνέχισε να είσαι παρατηρητής αυτού που συμβαίνει μέσα σου
-Απόκτησε επίγνωση όχι μόνο του συναισθηματικού πόνου, αλλά κι  ¨εκείνου που παρατηρεί", του σιωπηλού θεατή. Αυτή είναι η δύναμη του Τώρα, η δύναμη της δικιάς σου συνειδητής παρουσίας.
-Έπειτα, δες τι θα συμβεί.
                            ECKHART TOLLE

…Δυο κεφάλαια από το έργο του Κώστα Φωτεινού (Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε ποτέ).

Σαν να είναι αλήθεια
Οδυσσέας – Γέροντας

Ο. – Γέροντα, αφέθηκα σ’ αυτό το δρόμο. Καλά πάω;
Γ. – Οι πατούσες σου το ξέρουν καλύτερα κι από μένα κι από σένα.
Ο. – Αμφιβάλλω αν ξέρω, κι έτσι δεν ξέρω.
Γ. – θέλεις να σου θυμίσω αυτά που ξέρεις, για να λες πως  τάμαθες; Η γνώση εμφανίζεται στη σιωπή. Μη ρωτάς.
Ο. – Ν’ αφεθώ σε σένα, Γέροντα, γιατί φοβάμαι ν’ αφεθώ στο δρόμο;
Γ. – Προχώρα πλάι.
Ο. – Είμαι άπραγος, σαν άνθρωπος.
Γ. – Πες πως είσαι κι έγινες.
Ο. – Αμφιβάλλω αν ξέρω, κι έτσι δεν ξέρω.
Γ. – Βλέπεις τη δύναμή σου; Τόπες κι έγινε.
Ο. – Δεν ξέρω…
Γ. – Όλος ο κόσμος είναι μέσα σου, Οδυσσέα. Και τούτος ο δρόμος που πήρες είναι μέσα σου. τι θέλεις να ξέρεις…
Ο. – Έχω ανάγκη να με μάθεις, σαν να μην ξέρω.
Γ. – Σαν να μην ξέρεις…
Ο. – Σαν να μην ξέρω…
Γ. – Ν’ αφεθείς σε μένα ή στο δρόμο είναι το ίδιο. Μπορείς ν’ αφεθείς και σ’ ένα σκυλί, σ’ ένα δέντρο, ή σε μια πέτρα.
Ο. – Μπορώ να διαλέξω εσένα, Γέροντα;
Γ. – Περιορίζεσαι. Αφού, όμως, είναι με την απόφασή σου, δεν είναι περιορισμός.
Ο. – Να κάνουμε το πρώτο μέρος του δρόμου μαζί… Να με μάθεις… Δέξου, Γέροντά μου, να με μάθεις εσύ…
Γ. – Με τιμά, Οδυσσέα, η ευθύνη που μου δίνεις. Να σου παρουσιάσω όσα ξέρεις, για να τα αναγνωρίσεις, είναι μεγάλο έργο. Είναι πολύ δύσκολο να σε οδηγήσω εκεί που είσαι από πάντα.
Ο. – Σ’ ευχαριστώ που δέχεσαι. Σε κάνω Γέροντά μου. Σου υπόσχομαι τέλεια υπακοή, ως τη μέρα που δεν θα μπορείς να μου πεις τίποτα πια, γιατί θα έχω γίνει εσύ. Τη μέρα που θα σε αναγνωρίσω μέσα μου. Σου υπόσχομαι υποταγή.
Γ. – Θα σε οδηγήσω με ασφάλεια εκεί που θέλεις. Θα σε πάρω από το χέρι, για να μη σε οδηγήσω πουθενά.
Ο. – Έτσι να γίνει, Γέροντα. Να γίνει όμως, σαν να ‘ταν αλήθεια.
Γ. – Σαν νάταν αλήθεια… μα κάνε γρήγορα… δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο…


Γ. – Βλέπεις όλες αυτές τις δοκιμασίες που σε βάζω να περνάς; Κι είμαστε μόνο στην αρχή…
Ο. – Ναι, Γέροντα.
Γ. – Πρόσεξε να μην πιστέψεις σε καμιά. Μη γελαστείς και πιστέψεις. Κι όμως πρέπει να πιστέψεις βαθιά. Μου υποσχέθηκες υποταγή.
Ο. – Ας γίνει το θέλημά σου.
Γ. – Το θέλημά μου είναι το δικό σου θέλημα. Άκουσέ με καλά… Όσο πιο δύσκολες είναι οι δοκιμασίες, τόσο λιγότερο να τις πιστέψεις. Όσο πιο κοντά σε πάνε στο τέλος, τόσο πιο πολύ σε απομακρύνουν. Τρεις φορές θ’ αγναντέψεις την Ιθάκη στην επιστροφή κι όμως, μόνο την τέταρτη θα πατήσεις το χώμα της.
Ο. – Μα τότε… γιατί οι δοκιμασίες;…
Γ. – Η παράδοση, Οδυσσέα. Οφείλουμε σεβασμό στη σοφία της παράδοσης.
Ο. – Πού είναι η σοφία, Γέροντα;
Γ. – Πολύ πιο βαθιά από κει που ψάχνουμε.
Ο. – Μα … οι δοκιμασίες που δεν οδηγούνε πουθενά… Ποια είναι η σοφία τους…
Γ. – Είπες πως είσαι άπραγος κι έγινες. Οι δοκιμασίες που πίστεψες βαθιά και που δεν σε οδήγησαν πουθενά είναι διπλές δοκιμασίες. Είναι οι πιο φοβερές και… οι πιο αποτελεσματικές.
Ο. – Γιατί, Γέροντα;
Γ. – Οδηγούν σίγουρα με την αποτυχία τους.
Ο. – Που οδηγούν;
Γ. – Πουθενά. Σε παίρνουν από το χέρι και σε οδηγούν πουθενά. Οδυσσέα, ξέχασες πως είσαι ήδη εκεί;
Ο. – Είμαι ήδη εκεί, Γέροντα…
Γ. – Βέβαια, Οδυσσέα… είσαι από πάντα στην Ιθάκη.
Ο. – Μα έφυγα. Γέροντα…
Γ. – Δεν έφυγες ποτέ από την Ιθάκη. Μίλησε με τον εαυτό σου, Οδυσσέα… Κοίταξε μέσα σου να δεις πού είσαι… κοίταξε έξω σου να δεις πού είσαι…
Ο. – Δεν καταλαβαίνω πάλι, Γέροντά μου…
Γ. – Οδυσσέα … Οδυσσέα… Δοκιμασία είναι να πρέπει να γυρίσεις στην Ιθάκη…
Ο. – Μα τώρα που ξέρω πως αυτές οι δοκιμασίες δεν οδηγούν πουθενά… Πώς θα με οδηγήσουν;
Γ. – Σούστησα παγίδα, πολύτροπε. Από τώρα, για σένα, η κάθε δοκιμασία έγινε τριπλή. «Έκαστος εφ’ ω ετάχθη».
Ο. – Πώς; Μπερδεύτηκα.
Γ. – Πες πως είναι κι έγινε.
Ο. – Μάθε με, σαν να μην ξέρω, Γέροντα.
Γ. – Η δοκιμασία που εκτελείς είναι μια. Όταν όμως ξέρεις πως δεν οδηγεί πουθενά κι όμως πρέπει να την εκτελέσεις, είναι δύο. Μα όταν επί πλέον πρέπει να την εκτελέσεις με απόλυτη πίστη είναι τρεις. Θυμήσου, υποσχέθηκες απόλυτη υποταγή.
Ο. – Οι δοκιμασίες πρέπει να εκτελούνται με απόλυτη πίστη. Έτσι θα γίνει, Γέροντα. Αφήνομαι σε σένα.
Γ. – Όλα να γίνονται με απόλυτη βαθιά πίστη, σαν να ήταν αλήθεια στο φυσικό κόσμο.
Ο. – Σαν να είναι αλήθεια, Γέροντα.
Γ. – Μπράβο. Μαθαίνεις καλά, Οδυσσέα. Το «σαν να είναι αλήθεια» το έπαιξες πολύ καλά στην πρώτη μας συνάντηση. Να προσέξεις, όμως να μην το πιστέψεις πολύ.
Ο. – Ότι πεις, Γέροντα…
Γ. – Το «σαν να είναι αλήθεια» είναι η πρώτη σου μεγάλη δοκιμασία. Όσο πιο μεγάλη είναι τόσο λιγότερο να την πιστεύεις.
Ο. – ....
Γ. – Όσο δεν ξέρεις πως είσαι από πάντα στην Ιθάκη, χρειάζονται οι δοκιμασίες. Αυτές που δεν οδηγούν πουθενά. Η παράδοση είναι σοφή, Οδυσσέα…

Οι δρόμοι κι ο δρόμος

Ο. – Ο δρόμος χωρίζει, Γέροντα. Ποιον να πάρουμε;
Γ. – Δεν έχουμε να διαλέξουμε. Νομίζεις πως ο δρόμος οδηγεί;
Ο. – Να πάρω το δρόμο της αρετής ή το δρόμο της κακίας;
Γ. – Αφού είμαστε ήδη από πάντα εκεί. Το ίδιο εσύ όσο κι εγώ.
Ο. – Ας κάνουμε πως διαλέγουμε, Γέροντα.
Γ. – Ας κάνουμε, σαν νάταν ο δρόμος αυτός που θα μας οδηγήσει. Αυτός που πάει με τα πόδια.
Ο. – Μα τότε γίνεται σημαντικό το να διαλέξουμε. Και μάλιστα να διαλέξουμε σωστά.
Γ. – Αν πεις πως είναι σημαντικό θα γίνει. Αν πεις πως είναι και δύσκολο θα γίνει κι αυτό. Μπορείς ακόμα να το κάνεις ακατόρθωτο και παρ’ όλα αυτά να το καταφέρεις με πολύ κόπο και χρόνο. Τότε κατάφερες και συ να γίνεις αξιοθαύμαστος. Ξέρεις ν’ αντιμετωπίζεις τη σκληρή ζωή. Την αντικειμενική πραγματικότητα!
Ο. – Μα τότε, γιατί οι δρόμοι… Ο κόσμος είναι γεμάτος δρόμους… Αυτοί που πάνε με τα πόδια…
Γ. – Είναι δοκιμασία… Για να δοκιμαστούμε… Μια ζωή παίρνουμε δρόμους, ταξιδεύουμε, νομίζοντας πως με το ταξίδι θα φτάσουμε… Κι είναι και τα ταξίδια πολλά και διαφορετικά στον κόσμο και στη ζωή. Κι ο καθένας διαλέγει. Ένας διαλέγει αυτό… Άλλος διαλέγει εκείνο… Κι όταν δεν φτάσουμε με το πρώτο, ξαναρχίζουμε μ’ ένα δεύτερο. Κι ύστερα μ’ ένα τρίτο, μ’ ένα τέταρτο… Κι αγωνιζόμαστε…
Ο. – Και δεν φτάνουμε, Γέροντα, με τα ταξίδια και τον αγώνα;
Γ. – Οδυσσέα… Οδυσσέα… Δέκα χρόνια πάλευες με θεούς, ανθρώπους και τέρατα στο ταξίδι της επιστροφής για τη Ιθάκη. Κι αν δεν κοιμόσουνα βαθιά την τέταρτη φορά που φτάσατε κοντά στην ακτή, κι αν δεν σε βγάζαν κοιμισμένο να σε αφήσουνε στην παραλία, θα σε ξαναπαίρναν οι άνεμοι και τα κύματα πίσω, στ’ ανοιχτά της θάλασσας.
Ο. – Κοιμήθηκα βαθιά, Γέροντα…
Γ. – Ναι … κι έτσι μόνο έφτασες… Έφτασες όταν εγκατέλειψες το ταξίδι και τον αγώνα.
Ο. – Παρ’ όλα αυτά, ας κάνουμε πως διαλέγουμε…
Γ. – Αυτή είναι η συμφωνία μας κι έτσι θα γίνει… Όμως να ξέρεις, Οδυσσέα, πως δεν είμαστε φτιαγμένοι από τη φύση μας για να προτιμάμε, και να διαλέγουμε.
Ο. – Πώς αυτό, Γέροντα;…
Γ. – Ο άνθρωπος απλώς ΕΙΝΑΙ… Είναι άνδρας, γυναίκα, ψηλός, κοντός, δυνατός, αδύνατος… Και λειτουργεί έτσι. Όμως αυτό δεν ήταν επιλογή του…
Ο. – Τότε τι είναι η επιλογή του;
Γ. – Το να προτιμάει ένα και να απορρίπτει το άλλο σαν αξίες.
Ο. – Κι αυτό δεν είναι σωστό;
Γ. – Καταστρέφει τον εγκέφαλο. Όμως ας παίξουμε πως διαλέγουμε.
Ο. – Διαλέγω το δρόμο που πάει δεξιά.
Γ. – Δεν κάθισες να σκεφθείς πριν… Πρέπει να σκεφθείς… Να παιδευτείς… Πρέπει να φανεί πως διάλεξες μετά πολλή σκέψη.
Ο. – Γιατί, Γέροντα;
Γ. – Ξέρεις πολύ καλά γιατί. Αυτό κάνεις από τη μέρα που συναντηθήκαμε στο δρόμο. Όταν σκεφθείς πολύ, μόνο τότε έχεις δικαίωμα να υποφέρεις που διάλεξες το δρόμο της κακίας. Γιατί οπωσδήποτε θα διαλέξεις το δρόμο της κακίας. Από τη μέρα που σε συνάντησα κάνεις σαν να σκέφτεσαι σαν να αγωνίζεσαι να βρεις το σωστό!
Ο. – Έτσι είναι, Γέροντα. Τόχω πιστέψει… Αρχίζω να υποφέρω. Άφησε να πάω ως το τέλος.
Γ. – Πάμε δεξιά. Το δρόμο που διάλεξες.
Ο. – Είναι ο δρόμος της αρετής;
Γ. – Ότι και να διαλέξεις είναι ο δρόμος της κακίας. Αφού αποφάσισες να διαλέξεις, αποφάσισες να υποφέρεις. Ότι και να διαλέξεις θα υποφέρεις. Ότι και να διαλέξεις είναι ο δρόμος της κακίας.
Ο. – Μα αφού είναι δύο οι δρόμοι.
Γ. – Ένας είναι ο δρόμος. Ο άλλος είναι εικονικός. Δεν υπάρχει. Δεν υπήρξε ποτέ ο άλλος δρόμος.
Ο. – Ένας είναι ο δρόμος;
Γ. – Ένας είναι και είναι ο δρόμος της αρετής.
Ο. – Μα τότε γιατί είναι δύο οι δρόμοι μπροστά μας; Ποιος είναι ο δρόμος της κακίας;
Γ. – Το ξέρεις καλά, Οδυσσέα. Ο δρόμος της κακίας είναι το ό,τι διαλέγεις.
Ο. – Κι αν δεν διαλέξω… πώς ξέρω ότι ο δρόμος που πήρα είναι ο δρόμος της αρετής;
Γ. – Ρώτα τις πατούσες σου, να δεις τι θα σου πούνε για το δρόμο που περπατάς.
Ο. – Είναι ευτυχισμένες!
Γ. – Τότε αυτός είναι ο δρόμος.
Ο. – Αυτός θα μας οδηγήσει;
Γ. – Μόνο αυτός. Όταν όλες οι σκέψεις σου και όλες οι πράξεις σου είναι ευτυχισμένες, τότε το σώμα σου γίνεται ευτυχισμένο κι ύστερα ο νους και η καρδιά σου. Τότε, ο ίδιος εσύ γίνεσαι ο δρόμος. Έτσι τα πόδια σου σε πάνε σωστά, όποιον δρόμο και να πάρουν.
Ο. – Κι αν θέλουμε ν’ αγωνιστούμε; Κι αν θέλουμε να υποφέρουμε;
Γ. – Οδυσσέα, κανένας δρόμος δεν μπορεί να οδηγήσει αλλού. Όμως, ο δρόμος του κόπου και του πόνου είναι πιο μακρύς… Σε απομακρύνει πολύ στην αρχή… Μόνο ο δρόμος της ευτυχίας σε οδηγεί αμέσως εκεί που είσαι ήδη από πάντα.
Συνεχίζεται…     

Βιβλιογραφία:
Ο Οδυσσέας δεν ταξίδεψε ποτέ.

Κώστας Φωτεινός Εκδόσεις: Καφέ Σχολειό
...με πολλά ευχαριστώ από
 panagiotispsarros.blogspot.com